Ο Άγιος Γάλλος γεννήθηκε λίγο μετά το 550 μ.Χ. στην Ιρλανδία, που ήταν τότε το τρίτο μεγαλύτερο κέντρο του Χριστιανικού κόσμου μετά τη Ρώμη και τη Κωνσταντινούπολη. Οι γονείς του, πλούσιοι αλλά και ευσεβείς αριστοκράτες, τον έστειλαν για σπουδές στο περίφημο μοναστήρι του Μπαγκόρ, όπου ζούσαν τότε οι μεγάλοι γέροντες Κογγάλλος και Κολουμβάνος. Όταν ο τελευταίος έφυγε για Ιεραποστολή, ο άγιος Γάλλος ήταν ένας από τους δώδεκα μοναχούς που τον ακολούθησαν. Στη Γαλλία, ο άγιος μοιράστηκε τόσο τους κόπους του για το Ευαγγέλιο, όσο και τους διωγμούς του γέροντα. Μαζί πήγαν στην Ελβετία, όπου τους έδωσε αρχικά καταφύγιο ο ευσεβής ιερέας Βιλλεμάρος, κοντά στη λίμνη Κωνστάντια.
Στη λίμνη Κωνστάντια εγκαταστάθηκαν γύρω από ένα παρεκκλήσι αφιερωμένο στην Αγία Αυρηλία, το οποίο είχαν καταλάβει οι ειδωλολάτρες και είχαν βάλει εκεί τα είδωλά τους. Ο όσιος Γάλλος έμαθε τη γλώσσα των κατοίκων, με ζήλο κήρυττε το Ευαγγέλιο, γκρέμισε μπροστά στα μάτια τους τα είδωλα και έριξε τα συντρίμμια τους στη λίμνη. Ο χώρος καθάρισε έτσι από κάθε ίχνος της λατρείας των ειδώλων και αναπτύχθηκε εκεί ο μοναχικός βίος.
Διακόνημα του οσίου Γάλλου ήταν να φτιάχνει δίχτυα και να ψαρεύει, φέρνοντας έτσι τροφή στη μοναχική αδελφότητα που όλο και αυξανόταν. Μια μέρα, ο δαίμονας των βουνών κάλεσε σε βοήθεια εναντίον των μοναχών τον δαίμονα της λίμνης Κωνσταντίας, που του αποκρίθηκε φωνάζοντας: «Αυτός ο ξένος με καταπιέζει εντός του νερού και καταστρέφει το κράτος μου. Δεν μπορώ να τον εξαπατήσω διότι το όνομα του Θεού βρίσκεται συνέχεια στα χείλη του και επειδή συνεχώς φυλάττει τον εαυτό του, ο ξένος αυτός χλευάζει τις παγίδες μας!».
Κάποτε, ύστερα από ένα κήρυγμά τους, άρπαξαν τα μπρούτζινα αγάλματα των ψευτοθεών, τα έσπασαν και τα πέταξαν στη λίμνη. Οι φανατικότεροι ειδωλολάτρες καταδίωξαν τους μοναχούς και σκότωσαν δύο από αυτούς. Για αυτό, ο Άγιος Κολουμβάνος έφυγε για την Ιταλία μαζί με δύο υποτακτικούς του, ο πιστός μαθητής του Γάλλος θέλησε να τον ακολουθήσει, αλλά μια ξαφνική και σοβαρή ασθένεια, που παραχώρησε ο Θεός, τον ανάγκασε να μείνει στην Ελβετία και να συνεχίσει εκεί την ιεραποστολή. Έτσι, μόλις έγινε καλά, άρχισε να ψάχνει για νέο τόπο, στον οποίο μπορούσε να μείνει μαζί με μερικούς αδερφούς, κάνοντας ησυχαστικό βίο.
Μια ημέρα έβγαλε προσευχόμενος το δαιμόνιο από την κόρη του δούκα Γκονζόν, τη Φριδεβούργη, η οποία ήταν αρραβωνιασμένη με τον βασιλέα των Φράγκων Σιγηβέτο. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης ο βασιλέας του χάρισε ένα κτήμα στις όχθες της λίμνης Κωνσταντίας. Όταν ήλθε η μέρα του γάμου, η Φριδεβούργη είπε ότι επιθυμούσε να γίνει μοναχή και για αυτό δεν ήθελε να παντρευτεί. Ο βασιλιάς δέχθηκε την απόφασή της, έντυσε την αρραβωνιαστικιά του με τα βασιλικά ρούχα και την παρουσίασε στο Άγιο Βήμα λέγοντας: «Ντυμένη με τα ρούχα και στολισμένη με τα στολίδια που ετοίμασαν για εμένα, σας δίνω νύμφη στον Χριστό στον Θεό μας!».
Κατά τη διάρκεια μια μεγάλης συνέλευσης Επισκόπων και ευγενών, στην οποία πήρε μέρος, του πρότειναν τον επισκοπικό θρόνο. Ο όσιος Γάλλος αρνήθηκε και έδειξε τον υποτακτικό του Ιωάννη, παρότι τι και εκείνος δεν το επιθυμούσε και προσπάθησε μάλιστα να φύγει. Παρευρέθηκε στη χειροτονία του νέου επισκόπου και μετά αποσύρθηκε στην ερημιά, έκτισε έναν ναό και γύρω του έκτισε δώδεκα κελιά για τους υποτακτικούς του.
Όταν εκοιμήθη ο όσιος Ευστάθιος, οι μοναχοί του Λουξέιγ έστειλαν έναν μοναχό τους στον όσιο Γάλλο και του πρότειναν την ηγουμενία της μονής τους. Ο άνθρωπος του Θεού, όμως, αρνήθηκε λέγοντας ότι προτιμούσε να διακονεί, παρά να διοικεί. Εξακολούθησε να ζει στη μικρή του μοναστική αδελφότητα, χωρίς να παύσει να ψαρεύει και να υπηρετεί ταπεινά τους αδερφούς. Εκοιμήθη ειρηνικά γύρω στο 640 μ.Χ. σε ηλικία ενενήντα εννέα ετών.
Τα ταπεινά κελάκια, που έκτισε ο Άγιος εξελίχθηκαν με τον καιρό στην ονομαστή μονή του Αγίου Γάλλου, που άντεξε ως τον 19ο αιώνα μ.Χ. και έβγαλε ανθρώπους των γραμμάτων και της ευσέβειας.
Με τα εμπνευσμένα κηρύγματα, το άγιο παράδειγμα και τα εντυπωσιακά θαύματά του, έκανε ένα σπουδαίο ευαγγελικό έργο, για το οποίο δίκαια θεωρείται ως ο απόστολος της Ελβετίας.
Η μνήμη του εορτάζεται στις 16 Οκτωβρίου.