Στο μέτωπο, σε όλην τη γραμμή, από την γαλανή θάλασσα του Ιονίου μέχρι ψηλά στις Πρέσπες, ο ελληνικός στρατός άρχιζε να βλέπει παντού το ίδιο όραμα:
Έβλεπε τις νύχτες μια γυναικεία μορφή να βαδίζει ψηλόλιγνη, με την μαντήλα της να πέφτει από το κεφάλι μέχρι τους ώμους. Την αναγνώριζαν οι στρατιώτες, ήξεραν ποια ήταν. Ήταν η μάνα, η μεγαλόψυχη, η υπέρμαχος Στρατηγός.
Ο Αναστάσιος Ρηγόπουλος στρατευμένος στην Αλβανία το 1940, έστειλε από το μέτωπο το παρακάτω γράμμα στον αδερφό του:
«Αδερφέ μου Νίκο. Σου γράφω από μια αετοφωλιά, τετρακόσια μέτρα ψηλότερη από την κορυφή της Πάρνηθας. Η φύση τριγύρω είναι κατάλευκη από το χιόνι. Σκοπός μου όμως δεν είναι να σου περιγράψω το όμορφο τοπίο της χιονισμένης Αλβανίας. Σκοπός μου είναι να σου περιγράψω αυτό που έζησα, που το είδα με τα μάτια μου και που φοβάμαι μήπως δεν το πιστέψεις, αν το ακούσεις από άλλους.
Λίγο πριν ορμήσουμε για τα οχυρά, είδαμε σε μικρή απόσταση μια ψηλή μαυροφορεμένη γυναίκα να στέκεται ακίνητη.
Της λέει ο σκοπός : «Άλτ τις ει;» (δηλαδή «σταμάτα, ποιος είσαι;» )
Εκείνη όμως δεν απάντησε και ο σκοπός ξανά ρώτησε: «Τις ει;»
Τότε, σαν να μας πέρασε όλους ηλεκτρικό ρεύμα, ψιθυρίσαμε: «Η ΠΑΝΑΓΙΑ!»
Εκείνη όρμησε μπροστά σαν να είχε φτερά αετού, και εμείς από πίσω της. Συνεχώς την αισθανόμασταν να είναι κοντά μας. Ολόκληρη εβδομάδα παλέψαμε σκληρά, για να καταλάβουμε τα οχυρά. Υπογραμμίζω πως η επίθεση μας πέτυχε τους Ιταλούς στην αλλαγή των μονάδων τους. Τα παλιά τμήματα είχαν φύγει και τα καινούργια κοιμόντουσαν! Το τι έπαθαν δεν περιγράφεται. Εκείνη ορμούσε πάντα μπροστά. Και όταν πλέον νικήσαμε, τότε η Υπέρμαχος χάθηκε.»
Ζωντανό θαύμα της Παναγίας έζησαν στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο οι στρατιώτες του 51ου ανεξάρτητου τάγματος, με διοικητή τον ταγματάρχη Πετράκη:
Κάθε βράδυ, από τις 22-01-1941, και μετά τις εννιά και είκοσι ακριβώς το βράδυ, ιταλικό πυροβολικό άρχιζε βολή εναντίον του τάγματος και τους καθήλωνε. Ήταν μεγάλη ανάγκη να βρουν οι Έλληνες στρατιώτες που βρισκόταν ο στρατός των εχθρών, αλλά εις μάτην. Ένα βράδυ του Φεβρουαρίου άρχισαν πάλι να πυροβολούν οι Ιταλοί τους Έλληνες.
– Παναγία μου, φώναξε τότε αυθόρμητα ο ταγματάρχης, βοήθησε μας! Σώσε μας από αυτούς τους δαίμονες.
Αμέσως φάνηκε ένα φωτεινό σύννεφο. Σιγά-σιγά σχημάτισε κάτι σαν φωτοστέφανο και κάτω από αυτό μερικά ασημένια συννεφάκια σχημάτισαν τη μορφή της Παναγίας, η οποία άρχισε να γέρνει προς την γη. Το όραμα το είδαν όλοι στο τάγμα.
– Θαύμα, φώναξε ο ταγματάρχης.
– Θαύμα, θαύμα!, επανέλαβαν οι στρατιώτες και σταυροκοπήθηκαν.
Αμέσως έφυγαν κάποιοι στρατιώτες για να πάνε στην μονάδα που είχαν τα κανόνια. Σε δέκα λεπτά βρόντησαν τα ελληνικά κανόνια και σε είκοσι λεπτά σταμάτησαν να πυροβολούν τα ιταλικά κανόνια, οι οβίδες μας είχαν πετύχει απόλυτα τον στόχο τους.
Τον βλάσφημο ούτε η γη δεν τον δέχεται!
Στον πόλεμο του 1940 ο ελληνικός Στρατός διακρινόταν για την ευσέβειά του. Στο Μέτωπο η βλασφημία είχε καταργηθεί από τους ίδιους τους στρατιώτες μας, οι οποίοι αγωνίζονταν με δυνατή πίστη στον Θεό και κάτω από την σκέπη της Υπεραγίας Θεοτόκου. Δυστυχώς υπήρχαν και οι θλιβερές εξαιρέσεις. Το πιο κάτω περιστατικό αποτελεί φοβερό παράδειγμα τιμωρίας ενός βλάσφημου.
Ήταν η 27η Δεκεμβρίου 1940, τότε που οι Έλληνες αγωνίζονταν για την πατρίδα τους. Πολεμούσαν στο Τεπελένι. Τα στρατιωτικά οχήματα μετέφεραν πυρομαχικά στους μαχόμενους. Καθώς περπατούσαν συνήντησαν έναν τραυματία, ο οποίος είχε χτυπήσει στο πόδι.
– Κουράγιο, συνάδελφε, του λένε. Θα γυρίσουμε και θα σε πάρουμε.
Εκείνος βλασφήμησε το όνομα της Παναγίας. Στο άκουσμα της βλασφημίας ηγανάκτησαν οι στρατιώτες, γιατί εκεί πέρα κανένας δεν βλασφημούσε.
– Συνάδελφε, μη βλασφημείς! Πες «Παναγία βοήθα!», του είπαν οι στρατιώτες.
Αλλά εκείνος εξακολουθούσε να βλασφημεί συνεχώς. Όταν επέστρεψαν, τον βρήκαν πεθαμένο. Λυπήθηκαν κατάκαρδα για τη ψυχή του, γιατί έφυγε χωρίς να έχει μετανοήσει πρώτα. Έσκαψαν πρόχειρα και τον έθαψαν. Έκαναν τον σταυρό τους και έφυγαν. Αλλά μόλις έφυγαν 20 μέτρα μακριά, έρχεται μια οβίδα από το Τεπελένι, τον ξέθαψε και τον πετάει έξω από την γη, δέκα μέτρα μακριά! Τότε κατάλαβαν ότι τον βλάσφημο ούτε η γη δεν τον δέχεται. Τον άφησαν άταφο και έφυγαν.
Από το βιβλίο «ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΄40»