Το θαύμα της Αγίας εναντίον των αιρετικών
Στην εποχή του Θεοδοσίου του Μικρού, το 410 μ.Χ., κάποιος μοναχός και ιερέας, ο Ευτύχιος, έγινε αρχηγός αιρέσεως. Ισχυριζόταν ότι ο Χριστός έχει μόνο μια φύση, τη θεϊκή. Παρόλο που τον έδιωξε ο Άγιος Πατριάρχης Φλαβιανός από την εκκλησία, ο Ευτύχιος δεν σταμάτησε να ταράσσει την Εκκλησία μέχρι που κοιμήθηκε ο Θεοδόσιος.
Όταν ανέβηκε στην εξουσία ο Μαρκιανός, διέταξε να γίνει Οικουμενική Σύνοδος στη Χαλκηδόνα το 451 μ.Χ. για να λυθεί το θέμα. Συγκεντρώθηκαν, λοιπόν, 630 επίσκοποι και έκαναν την Αγία Δ’ Οικουμενική Σύνοδο. Αφού συζητήθηκε το όλο θέμα, καταδίκασαν τη πλάνη και αναθεμάτισαν τον Ευτύχιο. Επειδή όμως οι αιρετικοί δεν πείθονταν στις αποφάσεις της Συνόδου, οι Πατέρες έκαναν το εξής. Έγραψαν και οι Ορθόδοξοι και οι αιρετικοί Μονοφυσίτες σε δύο ξεχωριστά βιβλία τις απόψεις τους για το ποιά είναι η αλήθεια για τις φύσεις του Χριστού. Έπειτα, άνοιξαν τη θήκη, όπου βρισκόταν το λείψανο της Αγίας Ευφημίας, και έβαλαν τα δύο βιβλία στο στήθος της. Μετά από κάποιες ώρες, άνοιξαν πάλι τη θήκη και είδαν το βιβλίο των Ορθοδόξων, που περιείχε και την απόφαση της Συνόδου, να το κρατάει η Αγία στην αγκαλιά της, ενώ το βιβλίο των αιρετικών το πέταξε στα πόδια της.
Απ’ αυτό το θαύμα οι μεν Ορθόδοξοι στηρίχθηκαν στην πίστη τους και δόξασαν το Θεό, οι δε αιρετικοί νικήθηκαν. Η μνήμη του θαύματος εορτάζεται στις 11 Ιουλίου.
Η θαυμαστή επίσκεψη της Αγίας Ευφημίας στον Άγιο Παΐσιο
Στις 27 Φεβρουαρίου 1974 ο Άγιος Παΐσιος κατά τις δέκα η ώρα το πρωί, ενώ έκανε την Ακολουθία των Ωρών με κομποσχοίνι στο κελί του, άκουσε ξαφνικά χτύπημα στην πόρτα και μία απαλή γυναικεία φωνή να λέει: «Δι᾽εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν». Παραξενεύθηκε και ρώτησε: «Ποιός είναι;». Άκουσε την ίδια φωνή να λέει: «Η Ευφημία!». «Ποιά Ευφημία; σκέφθηκε. Μήπως καμιά γυναίκα έκανε την τρέλα να έρθει στο Άγιον Όρος;». Το χτύπημα επαναλήφθηκε τρεις φορές. Με το τέταρτο χτύπημα, η πόρτα, αν και ήταν κλεισμένη με σύρτη, άνοιξε μόνη της και μπήκε μέσα η Αγία Μεγαλομάρτυς Ευφημία! Την συνόδευε ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ο οποίος δεν μπήκε μέσα μαζί της, αλλά αμέσως εξαφανίσθηκε.
Η Αγία έλαμπε ολόκληρη. Τα ρούχα της, όπως και τα πάνινα παπούτσια που φορούσε, είχαν ένα ουράνιο γαλάζιο χρώμα. Στην παρουσία της ο Όσιος ένιωσε ειρήνη, η οποία έγινε θεία ευφροσύνη. Αλλά, για να βεβαιωθεί τελείως ότι ήταν πράγματι η Αγία και όχι δαιμονική φαντασία, της ζήτησε να προσκυνήσουν την Αγία Τριάδα, λέγοντας: «Πες: “Εις το όνομα του Πατρός”». Η Αγία το επανέλαβε απαλά κάνοντας συγχρόνως και μία μετάνοια, όχι όμως προς το Εκκλησάκι, όπως εκείνος, αλλά προς το κελί του. Ο Όσιος παραξενεύθηκε, αλλά αμέσως κατάλαβε ότι η Αγία κοίταζε προς το εικονάκι της Αγίας Τριάδος, που ήταν κρεμασμένο πάνω από την πόρτα του κελιού του. «Πιο δυνατά», της είπε.
Το ξαναείπε η Αγία λίγο πιο δυνατά.
– Πιο δυνατά, της είπε και πάλι.
Κι εκείνη το επανέλαβε ακόμη πιο δυνατά.
– Και του Υιού, είπε ο Όσιος.
– Και του Υιού, επανέλαβε η Αγία.
– Και του Αγίου Πνεύματος, συνέχισε ο Όσιος, και η Αγία το επανέλαβε κάνοντας και τις μετάνοιες.
– Τώρα να σε προσκυνήσω κι εγώ, της είπε και την προσκύνησε με ευλάβεια.
Ασπάσθηκε τα πόδια της, τα χέρια και την άκρη της μύτης. Έπειτα κάθισαν στον μικρό διάδρομο, όπου υπήρχε ένα μπαουλάκι και ένα σκαμνάκι, και η Αγία του διηγήθηκε τον βίο και τα μαρτύριά της. Την ώρα που τα διηγείτο, ο Όσιος δεν τα άκουγε απλώς, αλλά ένιωθε ότι τα έβλεπε και τα ζούσε.
– Πώς άντεξες τόσα μαρτύρια; την ρώτησε.
– Αν ήξερα πόση δόξα έχουν οι Άγιοι στον Ουρανό, θα ήθελα να περάσω ακόμη μεγαλύτερα μαρτύρια, απάντησε η Αγία.
Έτσι, η μεγάλη του αγάπη για τη Μεγάλη αυτή Αγία, η οποία, ενώ του ήταν άγνωστη, του έκανε αυτήν τη μεγάλη τιμή, έκαιγε άσβεστη μέσα του, μέχρι την ημέρα που, είκοσι χρόνια αργότερα, το 1994, την επομένη της εορτής της, πήγε να την συναντήσει στον Παράδεισο.