Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στον Ναό, για να προσευχηθούν. Ο ένας ήταν Φαρισαίος και ο άλλος Τελώνης. Ο Φαρισαίος στάθηκε επιδεικτικά στο μέσον του Ναού κι άρχισε να προσεύχεται ως εξής: «Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ που δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους, άρπαγας, άδικος ή και σαν αυτόν τον τελώνη. Εγώ νηστεύω δυο φορές την εβδομάδα, και δίνω στον ναό το ένα δέκατο από τα εισοδήματά μου».
Αντίθετα ο Τελώνης στεκόταν πίσω, παράμερα, και δεν τολμούσε ούτε τα μάτια του να σηκώσει στον ουρανό. Χτυπούσε το στήθος του και έλεγε: «Θεέ μου, σπλαχνίσου με τον αμαρτωλό».
Στο τέλος της παραβολής ο Χριστός μας διαβεβαίωσε ότι έφυγε για το σπίτι του συμφιλιωμένος με τον Θεό ο Τελώνης. Αυτού την προσευχή άκουσε ο Θεός. Γιατί όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί κι όποιος τον ταπεινώνει θα υψωθεί.
Λίγα λόγια για την παραβολή:
Οι Φαρισαίοι ασχολούνταν ιδιαίτερα με τη μελέτη του Μωσαϊκού Νόμου. Στα μάτια του κόσμου φαίνονταν πολύ ευσεβείς.
Ο Φαρισαίος του Ευαγγελίου στάθηκε σε σημείο που μπορούσαν να τον βλέπουν όλοι και προσευχήθηκε με υπερηφάνεια, κατακρίνοντας τον Τελώνη.
Οι Τελώνες μάζευαν τους φόρους και εκμεταλλεύονταν σκληρά τον ιουδαϊκό λαό.
Ο Τελώνης του Ευαγγελίου διάλεξε μια απόμακρη γωνιά για να προσευχηθεί και δεν σήκωσε ούτε τα μάτια του προς τον ουρανό γιατί θεωρούσε ανάξιο και αμαρτωλό τον εαυτό του.
Ποια από τις δυο προσευχές εισακούστηκε από τον Θεό;
Η προσευχή του Τελώνη γιατί παραδέχτηκε ταπεινά τις αμαρτίες του.
Αντίθετα, η προσευχή του Φαρισαίου δεν έφτασε στον Θεό
γιατί ήταν γεμάτη υπερηφάνεια.
Αυτήν την παραβολή μας την είπε ο Κύριος για να μας διδάξει πόσο θέλει ο Θεός την ταπείνωση και τη μετάνοια των ανθρώπων και πόσο αναπαύεται σε ανθρώπους ταπεινούς!