Η μεγάλη έρημος ήταν γεμάτη από ονομαστούς ασκητές που στόλιζαν σαν πνευματικά λουλούδια την πολιτεία των μοναχών. Άλλος φημιζόταν για την αυστηρή του άσκηση, άλλος για την κατανυκτική του προσευχή, άλλος για την ταπείνωση, άλλος για την υπακοή και άλλος για το θαυματουργικό του χάρισμα. Όμως, όλοι διακρίνονταν για τη μεγάλη τους αγάπη προς τον Θεό και τον άνθρωπο. Ο Χριστός, άλλωστε, δια του Αποστόλου Παύλου, κάποτε είχε πει ότι ακόμη και αν έχετε όλα τα χαρίσματα του κόσμου, σας λείπει όμως η αγάπη, μοιάζετε σαν άδειο σιδερένιο δοχείο που κάνει πολύ θόρυβο, δεν παύει όμως να είναι άδειο και χωρίς αξία. Αυτό μάθαιναν οι μοναχοί από τους πνευματικούς τους πατέρες και εκείνοι με τη σειρά τους το μετέδιδαν στους μαθητές τους με τον λόγο, μα πάνω από όλα με το παράδειγμά τους.
Ανάμεσα στα πιο φτωχικά κελλιά της σκήτης ζούσε κάποτε ένας ασκητής με τον υποτακτικό του. Ο γέροντας είχε φθάσει πολύ ψηλά στην πνευματική ζωή και αυτήν την ζωή προσπαθούσε να τη διδάξει στον μαθητή του. Το εργόχειρό τους, απλό και λιτό, ήταν να πλέκουν καλάθια, μα τους έφερνε μόνο τα απαραίτητα για να ζήσουν. Όταν μια μέρα μαζεύτηκαν αρκετά καλάθια, ο γέροντας είπε στον υποτακτικό του:
– Αύριο, μετά την ακολουθία θα κατέβεις στην πόλη και θα ανεβάσεις στη σκήτη μια καμήλα να φορτώσουμε τα καλάθια μας και μετά να τα πάμε στην αγορά της πολιτείας.
– Να ‘ναι ευλογημένο, είπε ο υποτακτικός και πήρε την ευχή του Γέροντα.
Σαν ξημέρωσε ο υποτακτικός πήρε τον δρόμο για την πόλη. Χωρίς να χάσει καιρό, νοίκιασε μια καμήλα και άρχισε να ανηφορίζει για τα απόκρημνα μέρη της σκήτης. Στον δρόμο μονολογούσε λόγια προσευχής και έτσι, χωρίς να το καταλάβει, έφθασε κοντά στο κελλί τους.
Σε πολύ μικρή απόσταση από αυτούς τους μοναχούς ασκήτευε ένας γέροντας που εργαζόταν και εκείνος με το ίδιο εργόχειρο. Όταν είδε τον μοναχό με την καμήλα, τον πήρε το παράπονο και είπε στον υποτακτικό:
– Ω! να μην γνωρίζω πως θα κατέβαινες στην πόλη, αδερφέ. Είχα κι εγώ ανάγκη μια καμήλα για να φορτώσω τα καλάθια μου για την αγορά.
Ο υποτακτικός άκουσε τον λόγο του Γέροντα, μα δεν αποκρίθηκε τίποτα. Δεν μπορούσε να πάρει πρωτοβουλία, αν πρώτα δεν ρωτούσε το Γέροντά του. Σαν έφθασε στο καλύβι ενημέρωσε τον πνευματικό του πατέρα για το παράπονο του γείτονα γέροντα ασκητή.
– Δεν πρέπει να λυπήσουμε τον αδερφό, παιδί μου, είπε εκείνος. Λοιπόν, αυτό θα κάνεις. Θα πάρεις την καμήλα, θα πας στον γέροντα και θα του πεις να κάνει εκείνος τη μεταφορά του στην πόλη και πως τα δικά μας καλάθια τα έχουμε τακτοποιήσει. Μάλιστα, να πας μαζί του στην πόλη, γιατί είναι γέροντας και ανήμπορος Αφού τελειώσεις με τα καλάθια του αδερφού, φέρε την καμήλα να κάνουμε και εμείς τη δουλειά μας.
Σαν άκουσε τα λόγια αυτά, χάρηκε ο υποτακτικός και θαύμασε την μεγάλη αγάπη του γέροντα που θυσιαζόταν ο ίδιος για κάποιον άλλον αδερφό. Πήρε την καμήλα και χωρίς καμία καθυστέρηση πήγε στον γείτονα.
– Με στέλνει ο γέροντας μου, του είπε. Να πάμε μαζί στην πόλη για τα δικά σου καλάθια. Ο γέροντας είπε πως τα δικά μας τα έχουμε τακτοποιήσει.
Ξεκίνησαν, λοιπόν, για την πολιτεία, πούλησαν τα καλάθια του αδερφού και πήραν τον δρόμο του γυρισμού. Αφού έφθασαν, ο υποτακτικός χαιρέτησε με το «ευλογείτε» τον γέροντα και τράβηξε για το δικό τους κελλί. Μα, η βιασύνη του υποτακτικού έκανε τον γείτονα ασκητή να απορήσει.
– Πού πηγαίνεις, αδερφέ, έτσι βιαστικά; τον ρώτησε.
– Πηγαίνω στο κελλί μας για να φορτώσω τα δικά μας καλάθια για την πόλη, απάντησε ο υποτακτικός καλοπροαίρετα.
Στο άκουσμα αυτής της φράσης ο γείτονας ασκητής θαύμασε. Ώστε λοιπόν ο γέροντας ερημίτης άφησε στη μέση τη δική του εργασία για την αγάπη ενός αδερφού, συλλογίστηκε και τον πήραν τα δάκρυα. Δίχως δεύτερη σκέψη πήγε αμέσως στον ερημίτη μοναχό και του έβαλε μετάνοια.
– Σε ευχαριστώ, του είπε. Έχεις την αγάπη του Χριστού στην καρδιά σου. Δεν θα λησμονήσω ποτέ αυτήν την πράξη σου.
Οι δύο μοναχοί ασπάσθηκαν μεταξύ τους και ο γείτονας ασκητής γύρισε στο κελλί του ωφελημένος, μα και νιώθοντας ευλογημένος από τον Θεό που είχε ζήσει από κοντά την αρετή ενός αγίου ανθρώπου.