Οι τελευταίοι προσκυνητές έβγαιναν από την τράπεζα της μονής και συζητούσαν χαμηλόφωνα, δημιουργώντας μικρές συντροφιές. Ο αρχοντάρης του κοινοβίου τούς μάζεψε όλους στο μεγάλο μπαλκόνι του ξενώνα και άρχισε να τους μιλά:
– Εσείς όλοι πρέπει να αγωνισθείτε, όπως και εμείς, για την εντολή του Χριστού «αγαπάτε αλλήλους». Πρέπει, παιδιά μου, να την ζήσουμε όσο μπορούμε. Να θυσιαζόμαστε για τους άλλους, όπως θυσιάστηκε ο Κύριος για εμάς. Τον δρόμο της θυσίας και της αγάπης ακολούθησαν όλοι εκείνοι που αγάπησαν τον Χριστό με την καρδιά τους, οι Άγιοί μας. Αλήθεια, έχετε ακούσει ποτέ για τον Άγιο Παυλίνο;
– Πρώτη φορά ακούμε για αυτόν τον Άγιο, είπε κάποιος προσκυνητής που στεκόταν δίπλα στον μοναχό.
– Είναι ένας πολύ μεγάλος Άγιος που η ζωή του μοιάζει με την ζωή του Χριστού. Κρύβει μέσα της την αγάπη και την προσφορά.
Και λέγοντας αυτά ο αρχοντάρης σηκώθηκε όρθιος, στάθηκε στο κέντρο του μπαλκονιού και έχοντας γύρω του τους προσκυνητές άρχισε να τους διηγείται την ζωή του Αγίου Παυλίνου.
Ο Άγιος αυτός έζησε την εποχή των Βανδάλων. Εκείνα τα μαύρα χρόνια που η άγρια και πολεμόχαρη φυλή τους σάρωνε στο πέρασμά της κάθε όμορφη πόλη που συναντούσαν στην Ευρώπη. Περισσότερο από όλες δεινοπάθησαν οι πόλεις της Ιταλίας, που έβλεπαν τα σπίτια τους να παραδίνονται στις φλόγες και τον αφανισμό. Μα η χειρότερη πράξη τους ήταν οι χιλιάδες των αιχμαλώτων που οδηγούσαν στα παζάρια της Αφρικής.
Εκείνην την εποχή, ο Παυλίνος ήταν επίσκοπος στην Καμπανία. Από τη στιγμή που οι Βάνδαλοι χτύπησαν με κάθε σκληρότητα την περιοχή, ο Άγιος προσπαθούσε με κάθε τρόπο να βρει χρήματα, ώστε να εξαγοράσει αιχμαλώτους για να τους ελευθερώσει. Ζητούσε από τους πλούσιους να δώσουν κάτι από την περιουσία τους για να σωθούν οι ζωές των αθώων. Μα και ο ίδιος δεν κρατούσε τίποτα για τον εαυτό του. Ήταν φορές που έμενε μόνο με τα φτωχικά του ρούχα, έχοντας μοιράσει τα πάντα. Οι ανάγκες, ωστόσο, όλο και μεγάλωναν. Οι αιχμάλωτοι γίνονταν περισσότεροι και η καρδιά του Αγίου επισκόπου ράγιζε από τον πόνο. Ένα πρωινό, έξω από την εκκλησία που είχε λειτουργήσει ο Άγιος, βρέθηκε μια ταλαιπωρημένη, φτωχή χήρα. Όταν ο επίσκοπος βγήκε από τον ναό, τον πλησίασε η δυστυχισμένη γυναίκα και άρχισε να κλαίει.
– Τι έχεις, παιδί μου, και κλαις;, ρώτησε με στοργή ο Άγιος.
– Το παιδί μου… Το έπιασαν οι Βάνδαλοι και το πήραν σκλάβο για το μακρινό παζάρι. Είναι το μονάκριβό μου. Τίποτα άλλο δεν μου είχε απομείνει στον κόσμο. Και να τώρα που το έχασα και αυτό! Έμαθα, όμως, πως η αγιοσύνη σου δεν κάνει άλλο από το να αγοράζει αιχμαλώτους. Σε παρακαλώ! Σε παρακαλώ, μη με αφήσεις στον πόνο και τη στεναχώρια μου!
Ο ταπεινός επίσκοπος άρχισε να κλαίει μαζί με την αδύναμη χήρα, ενώ στο μυαλό του προσπαθούσε να βρει τρόπο να φέρει πίσω το παιδί της. Χρήματα δεν υπήρχαν καθόλου. Μόλις την προηγούμενη μέρα είχε δώσει τα τελευταία που κρατούσε για να απελευθερωθούν δυο νέοι άνθρωποι. Δεν ήθελε να αφήσει τη γυναίκα αβοήθητη και το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν προσευχή. Αυτό και έκανε, μένοντας ακίνητος για λίγη ώρα. Όταν ολοκλήρωσε τη θερμή προσευχή του, γύρισε προς τη γυναίκα και της είπε:
– Συγχώρα με, παιδί μου, μα όπως βλέπεις δεν έχω τίποτα να σου δώσω. Ό,τι μαζεύω το δίνω για τους αιχμαλώτους, μα δεν μπορώ να σε αφήσω αβοήθητη μέσα στον πόνο σου. Άκουσέ με, λοιπόν, προσεκτικά. Θα παραδώσω εγώ τον εαυτό μου στη θέση του γιου σου, ώστε αυτός να ελευθερωθεί και να βρεθεί πάλι κοντά σου.
Η χήρα νόμιζε πως ο επίσκοπος την περιγελούσε και κλαίγοντας ετοιμάστηκε να απομακρυνθεί.
– Στάσου, είπε ο Άγιος. Θέλω να με οδηγήσεις σε αυτόν που αιχμαλώτισε το παιδί σου. Τα υπόλοιπα είναι δική μου ευθύνη. Εσύ να έχεις μόνο ελπίδα και εμπιστοσύνη στον Θεό.
Η γυναίκα νίκησε την αμφιβολία της και οδήγησε τον επίσκοπο στον τόπο που ήταν αιχμάλωτο το παιδί της. Ο Άγιος τής ζήτησε να μείνει πιο μακριά και με θάρρος εκείνος προχώρησε μέχρι τον βάρβαρο που είχε πάρει το παιδί της.
– Με λένε Παυλίνο, είπε χωρίς δισταγμό. Θα σου ζητούσα να με κρατήσεις μαζί με τους άλλους. Απλά να αφήσεις ένα νέο να επιστρέψει στη μάνα του, που τον έχει μόνη παρηγοριά.
Με μιας η άγρια μορφή του βαρβάρου μαλάκωσε. Η πράξη του Αγίου τον έκανε να απορήσει. Όμως, δεν το σκέφτηκε ιδιαίτερα. Ελευθέρωσε το νέο αγόρι που ζητούσε ο επίσκοπος και έδεσε τον Άγιο στη θέση του αιχμαλώτου. Η χήρα δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που είχε συμβεί.
Λίγες μέρες αργότερα όλοι οι αιχμάλωτοι ξεκίνησαν το μακρύ ταξίδι τους για την Αφρική. Όταν έφθασαν εκεί, οι περισσότεροι πουλήθηκαν στο παζάρι. Τον Άγιο τον αγόρασε ο γαμπρός του αρχηγού των Βανδάλων και τον τοποθέτησε κηπουρό στο μεγάλο του σπίτι. Ο ταπεινός επίσκοπος προσπαθούσε με φόβο Θεού να επιμελείται την εργασία που του είχαν αναθέσει. Ο Θεός ευλόγησε την επιμέλειά του και έτσι το περιβόλι του ήταν πάντα γεμάτο με καρπούς. Ο αφέντης, που έβλεπε την προκοπή του δούλου του, άρχισε να τον συμπαθεί και να τον ρωτάει με τον καιρό πολλά και διάφορα.
Σύντομα κατάλαβε πως ο προκομμένος κηπουρός ήταν ένας άνθρωπος σοφός και εκτιμούσε τόσο τη γνώμη του, που ρωτούσε τον Άγιο για κάθε του ζήτημα. Είχε περάσει πολύς καιρός, όταν σε κάποια συνομιλία τους είπε ο αιχμάλωτος επίσκοπος:
– Νομίζω πως θα έπρεπε να σκέφτεστε με ποιον τρόπο θα διοικήσετε τα βασίλειό σας.
Ο αφέντης τα έχασε από τα λόγια αυτά και ζήτησε με ιδιαίτερη επιμονή εξηγήσεις. Ο Άγιος τότε του αποκάλυψε πως ο πεθερός του δεν θα παρέμενε για πολύ ακόμα στον θρόνο του. Πλησίαζε η στιγμή που θα πέθαινε και τη θέση του θα έπαιρνε ο νεαρός αφέντης του καλόκαρδου κηπουρού. Πόσο παράξενα και απίστευτα ακούστηκαν τα λόγια αυτά!
Ο νεαρός, που δεν τα πολυπίστεψε, τα εμπιστεύτηκε στον πεθερό του, ο οποίος ζήτησε να γνωρίσει από κοντά τον παράξενο δούλο. Έτσι, την επόμενη μέρα γαμπρός και πεθερός συναντήθηκαν πάλι, αλλά αυτή τη φορά κάλεσαν και τον κηπουρό να τους φέρει ευωδιαστά φρούτα για το τραπέζι τους. Ο Άγιος έφερε τα καλύτερα φρούτα από τον κήπο και τα άφησε ήσυχα δίπλα στον βασιλιά. Όταν εκείνος είδε τον αιχμάλωτο σάστισε και έμεινε αμίλητος για λίγη ώρα. Μόλις ο Άγιος απομακρύνθηκε, ο βασιλιάς είπε στο γαμπρό του:
– Αυτός ο άνθρωπος κρύβει ένα μεγάλο μυστικό. Χθες το βράδυ είδα στον ύπνο μου ένα παράξενο όνειρο. Είδα πως βρισκόμουν σε ένα δικαστήριο και με δίκαζε ένας άγνωστός άνδρας λουσμένος στο φώς. Μα μόλις αντίκρισα τον δούλο σου τον αναγνώρισα. Αυτός ήταν ο δικαστής μου.
Στο άκουσμα των λόγων αυτών ο νεαρός κάλεσε και πάλι τον κηπουρό και τον παρακάλεσε με όλη του τη δύναμη να αποκαλύψει ποιος πραγματικά ήταν. Ο Άγιος που στην αρχή δίσταζε, στάθηκε απέναντι από τον βασιλιά και του είπε την αλήθεια για την ανταλλαγή του με τον γιο της χήρας. Τότε ο γαμπρός του βασιλιά έπεσε γονατιστός μπροστά στα πόδια του Αγίου, τον προσκύνησε, του ζήτησε συγγνώμη και του είπε:
– Είναι αδιανόητο να σε κρατήσουμε άλλο εδώ. Είσαι άνθρωπος του Θεού. Ζήτησέ μας ό,τι θέλεις και θα το έχεις.
– Για τον εαυτό μου δεν επιθυμώ το παραμικρό, είπε ο Άγιος. Μόνο θα ήθελα να ελευθερώνατε όλους τους αιχμαλώτους από την πατρίδα μου. Μόνο αυτό.
Λίγες μέρες αργότερα η επιθυμία του Αγίου είχε γίνει πραγματικότητα και ένα πλοίο γεμάτο απελευθερωμένους αιχμαλώτους ταξίδευε προς την πατρίδα του Αγίου Παυλίνου. Μετά από λίγο καιρό πέθανε ο βασιλιάς και ανέλαβε τον θρόνο ο γαμπρός του, ακριβώς όπως είχε πει ο Άγιος. Ο νέος βασιλείας διοίκησε με καλοσύνη και αγάπη και είχε σαν παράδειγμά του τον αιχμάλωτο επίσκοπο.
Δεν χρειάστηκε να πει τίποτα άλλο ο αρχοντάρης. Το παράδειγμα από τη ζωή του Αγίου είχε μιλήσει στις καρδιές των προσκυνητών. Σηκώθηκαν, πήραν ευχή και σιωπηλοί και ωφελημένοι απομακρύνθηκαν από το μπαλκόνι του ξενώνα.