Η Νίνα γεννήθηκε στην Καππαδοκία και καταγόταν από ευσεβείς οικογένεια. Ο πατέρας της, ο Ζαβουλών, ήταν στρατιωτικός της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και συγγενής του Αγίου Γεωργίου ενώ η μητέρα της, η Σουζάνα, αδελφή του Αγίου Ιουβεναλίου, Πατριάρχου Ιεροσολύμων. Ο Ζαβουλών, έχοντας ζήλο ιερό και έπειτα από συμφωνία με τη γυναίκα του, εγκατέλειψε τα εγκόσμια, εκάρη μοναχός και εμπιστεύθηκε την επιβίωση της οικογενείας του στην πρόνοια του Θεού Πατέρα. Μετά την απόφαση του Ζαβουλών, η Σουζάνα χειροτονήθηκε διακόνισσα στα Ιεροσόλυμα και τη νεαρή Νίνα την παρέδωσαν σε μια γερόντισσα ονομαζόμενη Νιαφόρα.
Καθημερινά, προσευχόμενη καρδιακά, και μελετώντας τα λόγια της Αγίας Γραφής, η καρδιά της όλο και περισσότερο φλεγόταν από την αγάπη της προς τον Χριστό, ο οποίος για την σωτηρία του ανθρώπου υπέμεινε τα βασανιστήρια και τον σταυρικό θάνατο. Μελετώντας με δάκρυα τις ευαγγελικὲς διηγήσεις για τη Σταύρωση του Σωτήρος Χριστού και για όλα όσα συνέβησαν στον Σταυρό, ενδιαφέρθηκε για την τύχη του Χιτώνος του Κυρίου: «Πού να βρίσκεται σήμερα αυτή η χειροποίητη πορφύρα του Χριστού;» ρωτούσε την Γερόντισσα της, απορώντας: «Αδύνατον να χάθηκε στην γη αυτό το αγιασμένο μεγάλο κειμήλιο»! Την απάντηση στο ερώτημά της την έλαβε από την γερόντισσα Νιαφόρα, η οποία της είπε πως ο Χιτώνας του Ιησού βρισκόταν στην πόλη Μτσχέτα, στη χώρα της Γεωργίας. Εκεί τον πήγε ένας στρατιώτης, στον οποίο έπεσε ο κλήρος να τον πάρει, κατά τον σταυρικό θάνατο του Χριστού. Οι κάτοικοι της Γεωργίας, παρόλα αυτά, ήταν ειδωλολάτρες.
Η Αγία Νίνα προσεύχεται στην Παναγία και η απάντησή της
Αυτή η παλιά διήγηση μπήκε βαθιά στην καρδιά της Αγίας Νίνας. Έτσι, δεν έχασε καιρό, μετέτρεψε τον ιερό της πόθο σε προσευχή. Ήθελε, με την Χάρη του Θεού, πρώτα να βρει τον άρραφο χιτώνα και έπειτα να ευαγγελίσει τους εκεί ειδωλολάτρες. Και ο ουρανός απάντησε. Η Θεοτόκος άκουσε την προσευχή της δούλης της, εμφανίστηκε στον ύπνο της και της είπε:
– Πήγαινε στην γη της Γεωργίας, κήρυξε εκεί το Ευαγγέλιο του Χριστού, και θα βρεις το έλεός Του και εγώ θα είμαι προστάτης σου.»
– Αλλά πώς μπορώ εγώ, ρώτησε η ταπεινή κόρη, να γίνω όργανο μιας τέτοιας μεγάλης διακονίας, αφού είμαι αδύναμη γυναίκα;
Η Παναγία, αφού έδωσε στην Νίνα Σταυρό φτιαγμένο από κληματαριά, της είπε:
– Λάβε αυτόν τον Σταυρό, αυτός θα σου είναι προστάτης και φύλακας εναντίον όλων των ορατών και αοράτων εχθρών· με την δύναμή του θα βάλεις εκεί την σωτήριο σημαία της πίστεως του αγαπητού μου Υιού και Θεού, ο οποίος θέλει όλοι οι άνθρωποι να σωθούν.
Όταν ξύπνησε από το όνειρο η Αγία Νίνα, και είδε στα χέρια της τον θαυμάσιο Σταυρό, με δάκρυα άρχισε να τον ασπάζεται. Στη συνέχεια τον έβαλε στα μαλλιά της, και πήγε στον θείο της, τον Πατριάρχη. Του διηγήθηκε την εμφάνιση της Θεομήτορος και την εντολή της να πάει στην Γεωργία και εκεί να κηρύξει το Ευαγγέλιο. Ο μακάριος Πατριάρχης διέκρινε σε αυτό το όραμα πολύ καθαρά το θέλημα του Θεού, και έτσι δεν αρνήθηκε στην νεαρή κόρη να δώσει την ευλογία του να ξεκινήσει για τον αγώνα της πίστεως.
Έτσι, με τον σταυρό της Παναγίας στο χέρι και την ευχή του Πατριάρχου Ιεροσολύμων, Αγίου Ιουβεναλίου, ξεκίνησε το ταξίδι για τον ποθητό προορισμό. Μετά από μακρύ δρόμο, έφτασε στην όχθη του ποταμού Κούρ και συνέχισε τον δρόμο της. Μια μέρα, κουρασμένη, κάθισε σε μία πέτρα σκεπτόμενη την ζωή της. Πού την οδηγεί ο Κύριος; Ποιοί θα είναι οι καρποί των κόπων της; Μήπως είναι μάταιο το τόσο μακρινό και πολύ δύσκολο ταξίδι της; Με αυτές τις σκέψεις, αποκοιμήθηκε σε εκείνον τον βράχο, και είδε σε όραμα έναν άνθρωπο, με εξαίσιο πρόσωπο, τα μαλλιά του έπεφταν ως τους ώμους, στα χέρια κρατούσε έναν πάπυρο στα ελληνικά. Άνοιξε τον ρολό, τον έδωσε στην Αγία, της είπε να τον διαβάσει και έγινε άφαντος. Μόλις ξύπνησε από τον ύπνο, είδε στο χέρι της τον πάπυρο και η Αγία Νίνα διάβασε σε αυτό τα Ευαγγελικά λόγια:
Σας βεβαιώνω όμως πως σ’ όλο τον κόσμο, όπου κι αν κηρυχθεί το ευαγγέλιο, θα γίνεται λόγος και για την πράξη της, και έτσι θα τη θυμούνται (Ματθ. 26,13).
Δεν υπάρχει πια Ιουδαίος και ειδωλολάτρης, δεν υπάρχει δούλος και ελεύθερος, δεν υπάρχει άντρας και γυναίκα· όλοι σας είστε ένας, χάρη στον Ιησού Χριστό (Γαλ. 3,28).
Τότε λέει σ’ αυτές ο Ιησούς «Μη φοβάστε! Πηγαίνετε να πείτε στους αδερφούς μου να φύγουν για τη Γαλιλαία, κι εκεί θα με δουν». (Ματθ. 28,10).
«Όποιος δέχεται εσάς δέχεται εμένα, και όποιος δέχεται εμένα δέχεται αυτόν που μ’ έστειλε στον κόσμο (Ματθ. 10,40).
Γιατί εγώ θα σας δώσω λόγια και σοφία, και σ’ αυτά δε θα μπορέσουν να αντισταθούν ή να τα αντικρούσουν οι αντίπαλοι σας (Λουκ. 21,15).
Μη φοβηθείτε αυτούς που σκοτώνουν το σώμα, αλλά δεν μπορούν να σκοτώσουν την ψυχή. Αντίθετα, να φοβηθείτε όποιον μπορεί να καταστρέψει ψυχή και σώμα στην κόλαση. (Ματθ. 10,28).
Πηγαίνετε λοιπόν και κάνετε μαθητές μου όλα τα έθνη, βαφτίζοντάς τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και διδάξτε τους να τηρούν όλες τις εντολές που σας έδωσα. Κι εγώ θα είμαι μαζί σας πάντα, ως τη συντέλεια του κόσμου». Αμήν. (Ματθ. 28,19-20).
Στην πρωτεύουσα της χώρας η Αγία βρέθηκε την ημέρα πού ολόκληρος ο λαός, με επικεφαλής τον βασιλιά Μιριάν (265-342), είχε συγκεντρωθεί σε ένα βουνό, απέναντι από την πόλη, για να προσφέρει θυσίες στο ανθρωπόμορφο είδωλο Αρμάζ. Κατευθύνθηκε και εκείνη προς το βουνό. Κρυμμένη στο κοίλωμα ενός βράχου, παρακολουθούσε τις ειδωλολατρικές τελετές. Και κάποια στιγμή, καθώς ήχησαν οι σάλπιγγες και τα πλήθη έπεσαν στη γη για να προσκυνήσουν το Αρμάζ, η καρδιά της Αγίας άναψε από θείο ζήλο.
Σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό και προσευχήθηκε θερμά:
– Παντοδύναμε Θεέ! Οδήγησε τον λαό αυτό στη γνώση Σου! Σύντριψε τα είδωλα! Ελευθέρωσε τούτες τις ψυχές από την εξουσία του διαβόλου!…
Την ίδια στιγμή ο ολοκάθαρος ουρανός σκοτείνιασε. Μαύρα σύννεφα πλησίασαν με τρομερή ταχύτητα από τη δύση και στάθηκαν ακριβώς πάνω από τον ειδωλολατρικό ναό. Ξέσπασαν τότε βροντές, αστραπές και δυνατή ανεμοθύελλα. Μέσα σε ελάχιστη ώρα ο ναός γκρεμίστηκε και το είδωλο Αρμάζ έγινε συντρίμμια. Μετά από αυτή τη θεομηνία ο ήλιος έλαμψε πάλι λαμπρότερος από πριν! Ήταν 6 Αυγούστου, η ημέρα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Από τότε ο βασιλιάς Μιριάν και ο λαός του έχασαν την πίστη τους στη δύναμη του Αρμάζ και άρχισαν να αναρωτιούνται τί σημείο ήταν εκείνο πού έγινε σε αυτούς.
Στη Μτσχέτα (πόλη της Γεωργίας) τώρα, η αγία, καθώς περνούσε μπροστά από τον βασιλικό κήπο, είδε τη γυναίκα του κηπουρού, πού την έλεγαν Αναστασία, να τρέχει κοντά της και να την καλεί στο σπίτι της. Σαν να τη γνώριζε από παλιά, σαν να την περίμενε. Ο Θεός την είχε φωτίσει, για να βοηθήσει την Αγία στη συνέχεια του έργου της.
Η Αγία ακολούθησε την Αναστασία ως το σπίτι της, όπου τόσο η ίδια όσο και ο άνδρας της όχι μόνο τη φιλοξένησαν με πολλή αγάπη, αλλά και την παρακάλεσαν να μείνει μαζί τους σαν αδελφή, επειδή ήταν άτεκνοι και τους έθλιβε η μοναξιά. Εκείνη δέχτηκε, και ο κηπουρός, σύμφωνα με την επιθυμία της, της έχτισε ένα κελάκι σε μια άκρη του κήπου. (Στη θέση αυτή -μέσα στον περίβολο τώρα της γυναικείας μονής Σαμτάβρ- είναι κτισμένο σήμερα ένα παρεκκλήσι προς τιμήν της αγίας Νίνας).
Η Αγία έβαλε στο κελί της τον σταυρό που της είχε δώσει η Θεοτόκος, και περνούσε τις ημέρες και τις νύχτες της με προσευχές, με πνευματικές ασκήσεις και θαύματα. Το πρώτο θαύμα που συνέβη με την προσευχή της μακαρίας Νίνας ήταν η θεραπεία της Αναστασίας, πού από στείρα έγινε πολύτεκνη μητέρα. Και οι πρώτοι Γεωργιανοί πού πίστεψαν στο Χριστό ήταν το τίμιο εκείνο ζεύγος πού φρόντισε την Αγία. Το θαύμα διαδόθηκε από στόμα σε στόμα. Από τότε η αγία άρχισε να κηρύσσει δημόσια το Ευαγγέλιο και να καλεί τους Γεωργιανούς σε μετάνοια. Η ευσέβεια, η δικαιοσύνη και η ακεραιότητα της ζωής της έγιναν σε όλους γνωστές. Πολλοί, και προπαντός γυναίκες, την πλησίαζαν, άκουγαν από τα μελίρρυτα χείλη της τη νέα διδασκαλία για τη βασιλεία του Θεού και ασπάζονταν τη χριστιανική πίστη.
Από έναν πρώην ειδωλολάτρη πλέον έμαθε η αγία Νίνα ότι, σύμφωνα με παλαιά εβραϊκή παράδοση, ο χιτώνας του Κυρίου ήταν θαμμένος μαζί με την αδελφή του ραββίνου Ελιόζ, Σιδωνία, κάτω από τον κέδρο, πού υψωνόταν στο κέντρο του βασιλικού κήπου. Από τότε άρχισε να πηγαίνει τις νύχτες και να προσεύχεται κάτω απο τα κλαδιά του μεγάλου δέντρου. Κάποια οράματα, που είδε εκεί, την έπεισαν για την ιερότητα του τόπου.
Στο μεταξύ η δούλη του Θεού κήρυσσε ακατάπαυστα την αληθινή πίστη. Καθοριστικές, όμως, για τη μεταστροφή του γεωργιανού λαού ήταν οι θεραπείες των βασιλέων Μιριάν και Νάνας. Πρώτη η βασίλισσα Νάνα, γυναίκα σκληρή και ειδωλολάτρισσα φανατική, αρρώστησε βαριά και κινδύνευε να πεθάνει. Οι γιατροί δεν μπορούσαν να της προσφέρουν τίποτα. Τότε κάποιες φίλες της τη συμβούλεψαν να ζητήσει τη βοήθεια της ξένης Νίνας, πού με την επίκληση του Θεού της θεραπεύει κάθε ασθένεια. Πράγματι, η απελπισμένη βασίλισσα κατέφυγε στη Νίνα, πού με τη χάρη του Κυρίου της χάρισε την υγεία της. Επιστρέφοντας στο παλάτι η βασίλισσα, ομολόγησε με παρρησία, μπροστά στον βασιλιά Μιριάν, ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός. Αργότερα, αφού διδάχθηκε τις Χριστιανικές αλήθειες από την Αγία Νίνα, βαπτίσθηκε και έγινε θερμή Χριστιανή. Μετά τον θάνατο της, μάλιστα, ο λαός την ανακήρυξε αγία. Η μνήμη της εορτάζεται την 1η Οκτωβρίου.
Ο βασιλιάς, ωστόσο, όχι μόνο αρνιόταν πεισματικά να πιστέψει στον Χριστό, μα και απειλούσε ότι θα θανάτωνε τη Νίνα και θα εξολόθρευε όλους τους Χριστιανούς του βασιλείου του. Ώσπου μια μέρα, καθώς κυνηγούσε στα δάση του Μουρχάν, είκοσι χιλιόμετρα περίπου βορειοδυτικά της Μτσχέτα, ξαφνικά τυφλώθηκε! Έντρομος, άρχισε να επικαλείται τους θεούς του, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Πάνω στην απελπισία του, θυμήθηκε τον Θεό της Νίνας και ζήτησε τη βοήθειά Του. Αμέσως ξαναβρήκε το φως του! Συγκλονισμένος και ολόχαρος, ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό και κραύγασε με δάκρυα:
— Θεέ της Νίνας! Εσύ είσαι ο μόνος αληθινός Θεός. Ομολογώ και δοξάζω το όνομά Σου!
Μόλις επέστρεψε στην πόλη ο βασιλιάς, έτρεξε κι έπεσε στα πόδια της αγίας:
— Ώ μητέρα μου! της είπε. Δίδαξέ με και αξίωσέ με να επικαλούμαι το όνομα του μεγάλου Θεού σου και Σωτήρα μου!
Έτσι ο Μιριάν έγινε ο Μέγας Κωνσταντίνος της Γεωργίας. Ο Κύριος τον είχε διαλέξει για οδηγό των Γεωργιανών προς τη μοναδική αλήθεια. Αμέσως έστειλε μήνυμα στο Βυζάντιο και ζήτησε έναν επίσκοπο και ιερείς, για να κατηχήσουν και να βαπτίσουν τον λαό του. Στο μεταξύ, η αγία Νίνα τούς προετοίμαζε για το άγιο βάπτισμα με τις ιερές διδαχές της. Με τη βοήθεια του Θεού, ο αρχιεπίσκοπος Ευστάθιος και η αγία Νίνα φώτισαν μέσα σε μερικά χρόνια ολόκληρη σχεδόν τη χώρα της Γεωργίας.
Η Αγία Νίνα, αποφεύγοντας τη δόξα και τις τιμές του βασιλιά και του λαού, κατέφυγε σε μια ορεινή περιοχή, στις πηγές του ποταμού Άραγβι, όπου ετοιμαζόταν με προσευχές και νηστείες για νέους αποστολικούς αγώνες. Πράγματι, αφού κήρυξε τον Χριστό στους κατοίκους του Καυκάσου, τους οποίους βάπτισε ο συνεργάτης της πρεσβύτερος Ιάκωβος, κατευθύνθηκε στα νότια της Καχέτης. Εκεί σε σύντομο χρονικό διάστημα η βασίλισσα της Καχέτης Σόντζε (= Σοφία), ακούγοντας το θεόπνευστο κήρυγμα της Αγίας, πίστεψε και βαπτίσθηκε μαζί με πλήθη λαού.
Τώρα πια ο Θεός αποκάλυψε στην πιστή απόστολό Του ότι πλησίαζε το τέλος της. Ειδοποίησε αμέσως με γράμμα τον βασιλιά Μιριάν, που κατέφθασε ταχύτατα με τους αυλικούς του και τον επίσκοπο Ιωάννη. Η Αγία κοινώνησε από τα χέρια του επισκόπου και ζήτησε να ταφεί στο φτωχικό καλύβι της. Ύστερα παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα της στον Κύριο. Ήταν τότε 67 ετών. Ο βασιλιάς και ο επίσκοπος θέλησαν να μεταφέρουν το τίμιο λείψανο της στο ναό των Αγίων Αποστόλων της Μτσχέτα. Με κανένα τρόπο, όμως, δεν μπόρεσαν να μετακινήσουν το σώμα της. Έτσι το έθαψαν εκεί, στο ταπεινό καλυβάκι της, όπως η ίδια το ζήτησε.
Η μνήμη της εορτάζεται στις 14 Ιανουαρίου.