Ο άγιος Στέφανος γεννήθηκε το 715 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη από ευσεβείς γονείς, οι οποίοι για πολλά χρόνια ήταν άτεκνοι. Όταν ο Θεός τούς χάρισε αυτό το παιδί, μετά από φανέρωση της Υπεραγίας Θεοτόκου, έταξαν να αφιερώσουν το παιδί τους στον Θεό . Καθώς μεγάλωνε, ο Άγιος μορφώθηκε αρκετά.
Όταν, λοιπόν, ήλθε η ώρα για τους γονείς του να εκπληρώσουν την υπόσχεσή τους, ο αυτοκράτορας Λέων Γ’ ο Ίσαυρος (717-741) άρχισε να απαγορεύει την τιμή των ιερών εικόνων και να διώκει τους υπερασπιστές της Ορθοδοξίας. Έτσι, οι γονείς του Αγίου έκριναν πιο σωστό να απομακρυνθούν από τη Κωνσταντινούπολη και να εμπιστευθούν τον γιό τους στους μοναχούς του ορούς του Αγίου Αυξεντίου, κοντά στη Χαλκηδόνα.
Ο Άγιος όταν πήγε στο Μοναστήρι ήταν δεκαέξι χρονών και έγινε αμέσως δεκτός μετά χαράς από τους αγίους ανθρώπους και την ίδια κιόλας ημέρα πήρε το αγγελικό Σχήμα.
Ο Στέφανος έδειξε τέλεια υπακοή και πολύ ζήλο για τα αρκετά κουραστικά διακονήματα όπως και την αδιάλειπτη δοξολογία του Θεού. Όταν μετά από καιρό παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό ο Ιωάννης, ο πνευματικός του πατέρας, ο Στέφανος έγινε ο νέος ηγούμενος της Μονής.
Ο άγιος οργάνωσε την αδελφότητα με τρόπο που να αποτελεί όντως εικόνα της Βασιλείας των ουρανών και στη συνέχεια, πήγε πιο ψηλά στο όρος για να κάνει αδιάλειπτη προσευχή, αφήνοντας έναν από τους μαθητές του, τον Μαρίνο, ως υπεύθυνο για τη Μονή. Το κελί του δεν είχε στέγη, οπότε ήταν εκτεθειμένο σε όλους τους καιρούς και ήταν πάρα πολύ στενό. Φορώντας χειμώνα καλοκαίρι ένα λεπτό χιτώνα και τρώγοντας ελάχιστα, ο άγιος Στέφανος έκανε μεγάλες προόδους στην προσευχή και δίχως να το θελήσει τράβηξε γύρω του μαθητών και επισκεπτών που διέδωσαν τη φήμη του σε ολόκληρη την αυτοκρατορία.
Μετά τον θάνατο του Λέοντος του Γ’ (741), έγινε αυτοκράτορας ο γιός του Κωνσταντίνος Ε’. Αυτός κήρυξε σκληρό διωγμό εναντίον όσων τιμούσαν τις ιερές εικόνες. Γύμνωσε εκκλησίες, βεβήλωσε ιερά σκεύη που τα διακοσμούσαν ιερές παραστάσεις, έβαλε να ασβεστώσουν τοίχους με τοιχογραφίες των Αγίων και έκαψε ξύλινες εικόνες. Μονάχα τον Σταυρό αναγνώρισε ως άξιο προσκυνήσεως.
Όσοι τολμούσαν να αντιταχθούν στα μέτρα του τιμωρούνταν αυστηρά, ιδιαιτέρως οι μοναχοί. Καταδιωκόμενοι, εξοριζόμενοι, βασανιζόμενοι, αυτοί έφευγαν κατά πλήθη στη Μονή του Αγίου Αυξεντίου για να βρουν κοντά στον Άγιο Στέφανο παρηγοριά και ενθάρρυνση για να παραμείνουν πιστοί στην ομολογία της Ορθοδοξίας.
Το 754 μ.Χ. ο τύραννος συνεκάλεσε μια Σύνοδο με τριακόσιους Επισκόπους στο ανάκτορο της Ιέρειας, η οποία με δική του εντολή, διακήρυξε επισήμως την κατάργηση της προσκυνήσεως των εικόνων. Έτσι, ο Κωνσταντίνος Ε’ έβαλε να καταστρέψουν παντού τις εικόνες και διέταξε να τις αντικαταστήσουν με παραστάσεις του αυτοκράτορα ή με κοσμικές σκηνές. Καταστράφηκαν επίσης τα λείψανα των αγίων.
Παντού οι ομολογητές καίγονταν, ξυλοκοπούνταν ή φυλακίζονταν. Επίσης, άρχισαν να κλείνουν τα Μοναστήρια, μετατρέποντάς τα ακόμη και σε στρατώνες, «λουτρά» ή άλλα δημόσια κτήρια. Οι μοναχοί αναγκάζονταν μέσω της βίας να επιστρέψουν στην τάξη των λαϊκών και να νυμφευθούν αλλιώς θα βασανίζονταν. Όσοι αντιστέκονταν, τους έκοβαν τη μύτη, τη γλώσσα ή άλλα μαρτυρία πριν σταλούν στην εξορία.
Χωρίς να φοβηθεί απέναντι στα σκληρά μέτρα, ο Άγιος Στέφανος συνέχιζε την αντίστασή του και αναδείχθηκε παντού αρχηγός της Ορθόδοξης πίστης. Τον βρήκαν λοιπόν οι απεσταλμένοι του αυτοκράτορα και τον οδήγησαν στην Κωνσταντινούπολη, για να υπογράψει ότι συμφωνεί κι εκείνος με τις αποφάσεις της αιρετικής συνόδου.
Μετά την άρνησή του, τον έκλεισαν σε μια Μονή της Κωνσταντινουπόλεως, ενώ έκαιγαν το μοναστήρι του και διασκόρπιζαν τους μαθητές του. Στη συνέχεια, τον έφεραν δημοσίως αντιμέτωπο με θεολόγους του αυτοκράτορα, αλλά εκεί υποστήριξε με λαμπρό τρόπο την παράδοση των αγίων Πατέρων και απέδειξε ότι η Σύνοδος που κάνανε οι αιρετικοί εναντίον των εικόνων είναι ψεύτικη.
Έπειτα, καταδικάσθηκε σε εξορία στην Προκόννησο της Προποντίδας (755). Επωφελούμενος της εξορίας, ο Άγιος αποσύρθηκε σε ένα στενό κελλί στην κορυφή ενός στύλου, όπου έκανε πάλι αδιάλειπτη προσευχή. Αξιώθηκε μάλιστα, να κάνει και πολλά θαύματα εκεί, με αποτέλεσμα, να γίνει ακόμη περισσότερο γνωστός.
Για να βάλει τέρμα στην αύξηση της φήμης του Αγίου, ο τύραννος έβαλε να τον μεταφέρουν στην Κωνσταντινούπολη, στη φυλακή του πραιτωρίου. Εκεί βρήκε ο άγιος άλλους 342 μοναχούς ομολογητές της πίστεως. Όλοι έφεραν στο σώμα τους τα σημάδια των ενδόξων αγώνων τους: οι μεν είχαν κομμένη τη μύτη, άλλοι τα αυτιά ή τη γλώσσα, άλλοι πάλι είχαν βουτηχτεί σε ακαθαρσίες. Βλέποντάς τους ο Άγιος δόξασε κλαίγοντας την πίστη και την καρτερία τους. Έδωσε θάρρος στους απελπισμένους, τους παρότρυνε να παραμείνουν σταθεροί στη πίστη μέχρι το τέλος του αγώνα τους.
Παρά τις δύσκολες συνθήκες της φυλακής, ο Στέφανος οργάνωσε τη ζωή των κρατουμένων όπως σε ένα μοναστήρι, στον ρυθμό της αδιάλειπτου δοξολογίας του Θεού και γεμάτη αρμονία και αγάπη. Μετέστρεψε μάλιστα στην Ορθοδοξία μερικούς από τους δεσμοφύλακές του, οι οποίοι άκουγαν με θαυμασμό τις διηγήσεις για τους αγώνες των Αγίων ομολογητών.
Μετά από έντεκα μήνες στη φυλακή ο Στέφανος έλαβε την αποκάλυψη του τέλους του. Νήστευσε τότε σαράντα ημέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων δίδασκε μέρα και νύχτα στους μαθητές του την οδό της Σωτηρίας. Όταν έφθασε η τελευταία ημέρα, είπε να γίνει ολονύκτια αγρυπνία για να λάβει από τον Θεό τη δύναμη στον έσχατο αγώνα του. Ο τύραννος είχε κάνει γνωστό παντού για την απόφαση της εκτελέσεως του Αγίου, με σκοπό να τρομοκρατήσει όσους έκρυβαν στο σπίτι τους μοναχούς ή ομολογητές της πίστεως.
Αφού, λοιπόν, τον έβγαλαν από την φυλακή, άρχισαν να τον λιθοβολούν και να τον κτυπούν με βαριά ρόπαλα. Ένα ισχυρό κτύπημα στο κεφάλι έδωσε τέλος στη ζωή του Στεφάνου (το 767 μ.Χ.). Έπειτα, το σώμα του το έριξαν στη θάλασσα, αλλά ευλαβείς χριστιανοί που το βρήκαν όταν τα κύματα το έφεραν στην παραλία, το έθαψαν με την αρμόζουσα τιμή.
Η μνήμη του Αγίου εορτάζεται στις 28 Νοεμβρίου.