Ο Άγιος Νικόλαος γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1880 μ.Χ. στο χωριό Λέλιτς (Lelic) της κεντροδυτικής Σερβίας. Ήταν το πρώτο από τα εννέα παιδιά των ευσεβών αγροτών Δραγομίρου και Αικατερίνης. Από μικρό παιδί έδειξε μια ασυνήθιστη αγάπη για την Εκκλησία και κλίση για την αρετή και την προσευχή. Απομονώνονταν συχνά και προσεύχονταν με τις ώρες.
Ο Νικόλαος όταν μεγάλωσε σπούδασε στην Ιερατική Σχολή του Αγίου Σάββα στην πρωτεύουσα της Σερβίας, στο Βελιγράδι. Αποφοίτησε το 1905 και συνέχισε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο της Βέρνης, στην Αγγλία και θεολογική σχολή στην Πετρούπολη της Ρωσίας. Έμαθε επίσης επτά γλώσσες.
Το 1909 επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου όμως αρρώστησε βαριά από δυσεντερία και λίγο έλειψε να πεθάνει. Όταν ανάρρωσε πήρε την απόφαση να γίνει μοναχός στη Ιερά Μονή Ρακόβιτσα και στη συνέχεια χειροτονήθηκε ιερέας. Αργότερα έγινε καθηγητής στην Ιερατική Σχολή του Αγίου Σάββα στο Βελιγράδι και παράλληλα ορίστηκε ιεροκήρυκας στην σερβική πρωτεύουσα. Για τα καταπληκτικά κυρήγματά του, άρχισαν να τον φωνάζουν «Ο Σέρβος Χρυσόστομος», επειδή τα λόγια του έφερναν πολλούς ανθρώπους στον δρόμο του Χριστού. Το 1919 έγινε Επίσκοπος Ζίτσης και δύο χρόνια αργότερα στάλθηκε στην Επισκοπή της Αχρίδος.
Ο Άγιος, βαδίζοντας στα βήματα των αγίων Πατέρων της Ορθοδοξίας, διακήρυττε ότι Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μοναδική και αληθινή Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού και πως έξω από αυτή υπάρχει το σχίσμα και η αίρεση. Μελέτησε τον παπισμό και τις πολυάριθμες ομάδες του, όπως τον προτεσταντισμό, και κήρυξε ότι αυτοί βρίσκονται σε τρομερές πλάνες.
Το 1937 με τη διαμαρτυρία που έκανε, δεν επέτρεψε στους παπικούς Κροάτες και Λατίνους να έρθουν στη χώρα του, τη Σερβία, και να κάνουν ιεραποστολή την αίρεσή τους. Παρόλα αυτά, λίγα χρόνια μετά το (1941-45), περισσότεροι από 880.000 Σέρβοι ορθόδοξοι μαρτύρησαν από τους παπικούς Κροάτες, όταν αρνήθηκαν να υποταχθούν στους Λατίνους και να γίνουν παπικοί.
Το 1941 μ.Χ. οι αρχές κατοχής της χώρας του, οι Γερμανοί, τον συλλαμβάνουν, τον περιορίζουν και το 1944 τον στέλνουν στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως του Νταχάου στη Γερμανία, όπου υπέστη πάνδεινα βασανιστήρια.
Μετά την απελευθέρωσή του, τον Μάιο του 1945, δεν θέλησε πλέον να επιστρέψει στην πατρίδα του. Το τότε κομμουνιστικό καθεστώς τον θεωρούσε ανεπιθύμητο πρόσωπο. Πήγε, λοιπόν, στην Αμερική και συνέχισε το ιεραποστολικό έργο του Χριστού. Το 1951 εγκαταστάθηκε στη ρωσική μονή του Αγίου Τύχωνος στην Πενσυλβάνια, όπου καθοδηγούσε τους μοναχούς.
Προσευχόμενος το πρωί της Κυριακής του έτους 1956 μ.Χ. στο ταπεινό κελί του και ενώ προετοιμαζόταν να λειτουργήσει, κοιμήθηκε ξαφνικά με ειρήνη. Το ιερό του σκήνωμα επέστρεψε στην Σερβία το 1991 μ.Χ.
Η επίσημη αγιοκατάταξή του έγινε τον Μάιο του 2003 από τη Σερβική Εκκλησία και η μνήμη του ορίστηκε να εορτάζεται στις 5 Μαρτίου, την ημέρα της οσιακής κοιμήσεώς του.