Ο όσιος Μωυσής ήταν αγορασμένος δούλος κάποιου πλούσιου κτηματία. Είχε χαρακτήρα σκληρό και δύστροπο και καθημερινά δημιουργούσε πολλά προβλήματα, ώσπου το αφεντικό του αγανάκτησε και τον πέταξε στον δρόμο. Ο Μωυσής βρήκε καταφύγιο σε μια συμμορία που έκλεβαν τους ανθρώπους, και με την τεράστια σωματική του δύναμη δεν άργησε να γίνει ο αρχηγός της.
Κάποτε, κυνηγημένος από τα όργανα της εξουσίας (δηλαδή από την αστυνομία εκείνης της εποχής), για τα πολλά του εγκλήματα, πήγε να κρυφτεί βαθειά στην έρημο όπου ζούσαν οι πιο ονομαστοί ασκητές. Η συναναστροφή του με τους Αγίους τον έκανε σιγά-σιγά να αλλάζει και να ηρεμεί. Πίστεψε στη δύναμη της μετάνοιας και ζήτησε συγχώρεση από τον Θεό, για να σωθεί η ψυχή του. Μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα βαπτίστηκε και έφτασε στα μέτρα των μεγάλων Πατέρων της ερήμου. Μέχρι και την τελευταία στιγμή της ζωής του μετάνιωνε και έκλαιγε συνεχώς για τα εγκλήματα που είχε διαπράξει στο παρελθόν. Θεωρούσε τον εαυτό του «κατώτερο από όλους τους άλλους ανθρώπους, αλλά και από ολόκληρη την κτίση».
Κάποια μέρα, μπήκαν στη σπηλιά του 4 ληστές, οι οποίοι τύχαινε να είναι παλιοί συνεργάτες του. Μόλις τον είδαν μέσα, σάστισαν. Το ίδιο και αυτός. Τότε, τους πήρε, τους έδεσε με μεγάλη ευκολία και τους οδήγησε στη συνάθροιση των γερόντων λέγοντας: «Σε μένα δεν αρμόζει πια να τιμωρήσω άνθρωπο» και τους ρώτησε τι να τους κάνουν. Οι ληστές, ακούγοντας αυτά τα λόγια, παραδέχτηκαν τις πράξεις τους, μετανόησαν, εξομολογήθηκαν και έγιναν και αυτοί μοναχοί!
Την ημέρα που τον χειροτονούσε πρεσβύτερο (δηλαδή ιερέα) ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας και μάλιστα, την ώρα που του φορούσε τα ιερά άμφια, του είπε φιλικά ότι έγινε λευκός σαν περιστέρι. Ο Μωυσής ρώτησε ταπεινά τον Πατριάρχη αν κρίνει από το εξωτερικό ή το εσωτερικό, επειδή και τα άμφια ήταν λευκά. Ο Πατριάρχης θέλοντας να τον δοκιμάσει αν έχει πραγματική ταπείνωση, είπε κρυφά στους κληρικούς να τον διώξουν από το σκευοφυλάκιο, όπως και έγινε. Όταν τελείωσε η Θεία Λειτουργία, τον έδιωξαν μακριά βρίζοντάς τον. Ο Μωυσής έφυγε αμέσως χωρίς καμιά αντιλογία. Ένας από αυτούς, που τον ακολούθησε κρυφά για να δει αν του κακοφάνηκε, τον άκουσε να μονολογεί κατηγορώντας τον εαυτό του: «Καλά σού κάνανε, μελανέ. Αφού δεν είσαι άνθρωπος, τί γυρεύεις με τους ανθρώπους;» Από αυτό το περιστατικό και έπειτα ήταν όλοι σίγουροι για την αλλαγή του οσίου και δεν τον ξαναβάλανε σε τέτοιου είδους δοκιμασίες.
Ο όσιος Μωυσής σε όλη τη διάρκεια της ζωής του μιλούσε στους ανθρώπους για τη χριστιανοσύνη και δίδασκε το Ευαγγέλιο. Περισσότερο από όλα, προσπαθούσε να μιλά σε ληστές και κακοποιούς, για να αλλάξουν και αυτοί την ζωή τους. Ο Όσιος Μωυσής κοιμήθηκε σε ηλικία 75 ετών, όταν μια μέρα μπήκαν στη σκήτη του ειδωλολάτρες ληστές, οι οποίοι τον σκότωσαν με τα μαχαίρια τους. Σύμφωνα όμως με τον «Ορθόδοξο Συναξαριστή» του Αγίου Νικοδήμου, ο Άγιος Μωυσής κοιμήθηκε ειρηνικά.
H Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 28 Αυγούστου.