Ο Άγιος Θεοφάνης γεννήθηκε στην Παλαιστίνη το 745 μ.Χ.. Πατέρας του ήταν ο ευσεβής Ιωαννάς, ο οποίος φρόντισε να μεταδώσει, τόσο στον ίδιο, όσο και στον αδελφό του, Θεόδωρο, την ευσέβεια. Φρόντισε επίσης να τους μορφώσει, στέλνοντάς τους στη φημισμένη Μονή του Αγίου Σάββα, να σπουδάσουν τη Θεολογία, καθώς και αρχαία Ελληνικά, γραμματική, ποίηση, μουσική κλπ.
Τα δύο αδέλφια έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ήταν επιμελείς στις σπουδές τους και επίσης έμαθαν στον μοναχικό, ασκητικό βίο. Ο δάσκαλός τους Γέροντας Μιχαήλ, το 811, τους πήρε μαζί του, ως υποτακτικούς του στη Μονή των Σπουδαίων, κοντά στον ναό της Αναστάσεως. Κατόπιν, χειροτονήθηκαν ιερείς και στάλθηκαν ως αντιπρόσωποι στην Κωνσταντινούπολη και στη Ρώμη, για να στηρίξουν τους διωκόμενους Ορθοδόξους από τους διώκτες τους εικονομάχους.
Το 815 μ.Χ. ανέβηκε στον θρόνο ο Λέων ο Ε’ ο Αρμένιος, ο οποίος διέταξε την πλήρη απαγόρευση προσκύνησης και τιμής των Ιερών Εικόνων, ακόμα και με την τιμωρία του θανάτου, την καταστροφή όλων των Εικόνων και το ασβέστωμα των τοιχογραφιών των ναών.
Τότε τα δύο αδέλφια, Θεοφάνης και Θεόδωρος, μαζί με τον δάσκαλό τους Γέροντα Μιχαήλ, παρουσιάστηκαν στον ασεβή αυτοκράτορα και προσπάθησαν να του αλλάξουν γνώμη για το διάταγμά του. Ο Λέων, όχι μόνον δεν τους άκουσε, αλλά διέταξε τον φοβερό βασανισμό τους. Τους μαστίγωσαν και τους έκλεισαν στη φυλακή. Στη συνέχεια, έκλεισαν τα δύο αδέλφια σε ένα φρούριο στον Βόσπορο, στερώντας τους ακόμα και την τροφή.
Μετά τη δολοφονία του Λέοντα (820 μ.Χ.) ησύχασαν οι διωγμοί των Ορθοδόξων και τα δύο αδέλφια εγκαταστάθηκαν στην Ιερά Μονή Αρχαγγέλου Μιχαήλ του Σωσθενίου στο Βόσπορο, οι οποίοι με τον ασκητικό τους αγώνα και τις πολλές επιστολές τους στερέωσαν τους Ορθοδόξους στην πίστη.
Αλλά το 829 μ.Χ. ανέβηκε στον θρόνο ο επίσης φανατικός εικονομάχος, αυτοκράτορας Θεόφιλος (829-842), ο οποίος ξεκίνησε μια νέα εικονομαχική περίοδο, καταδιώκοντας τους Ορθοδόξους. Τα δυο αδέλφια εξορίστηκαν στη νήσο Αφουσία, το 834, μαζί με άλλους ορθοδόξους ομολογητές.
Επειδή οι Άγιοι δεν έγιναν και αυτοί εικονομάχοι, κλήθηκαν το 836 και πάλι από τον αυτοκράτορα. Οι δύο μοναχοί ομολόγησαν για άλλη μια φορά με θάρρος στον ασεβή αυτοκράτορα την ορθόδοξη πίστη τους. Έτσι, τους έκαναν νέα βασανιστήρια.
Με πυρωμένο σίδερο έγραψαν στα μέτωπά τους δώδεκα ιαμβικούς στίχους, για τον λόγο των διώξεών τους. Γι’ αυτό ονομάστηκαν από τότε Γραπτοί. Στη συνέχεια, τους έριξαν στην πιο υγρή και σκοτεινή φυλακή του Πραιτωρίου, με στόχο να πεθάνουν απομονωμένοι. Τότε, οι Άγιοι πήραν επιστολές παρηγορητικές από το δάσκαλό τους Μιχαήλ και τον άγιο Μεθόδιο, ενθαρρύνοντάς τους να υπομείνουν ως τέλους τα μαρτύρια.
Σε λίγο καιρό τους έστειλαν σε νέα εξορία στην Απάμεια της Βιθυνίας (Μουδανιά), όπου όμως έγιναν ιδιαίτερα δεκτοί από τον λαό. Ο Θεόδωρος κοιμήθηκε το 838 από τις κακουχίες. Ο αδελφός του, Θεοφάνης, αψηφώντας την διαταγή του αυτοκράτορα, να μείνει άταφο το σώμα του, το ενεταφίασε.
Μετά από τη θαρραλέα αυτή πράξη του, ο Θεοφάνης εξορίστηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου εργάστηκε για την αλήθεια του Ορθοδόξου Δόγματος εναντίον της αιρέσεως της εικονομαχίας. Αλλά το 842 μ.Χ. πέθανε ο Θεόφιλος και στον θρόνο ανέβηκε ο ανήλικος γιός του Μιχαήλ Γ΄ (842-867), τον οποίο καθοδηγούσε η ευσεβής αυτοκράτειρα αγία Θεοδώρα. Η Θεοδώρα σταμάτησε αμέσως τους διωγμούς και επανέφερε τις Αγίες Εικόνες. Παράλληλα, έβγαλε από τις φυλακές τους ομολογητές της πίστεώς και τους έστειλε στις πατρίδες τους.
Ο Θεοφάνης, λοιπόν, ανακλήθηκε από την εξορία και ο Πατριάρχης άγιος Μεθόδιος το 842 μ.Χ. τον χειροτόνησε Μητροπολίτη Νικαίας. Εκεί πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του. Κοιμήθηκε ειρηνικά στις 11 Οκτωβρίου του 845. Έτσι, η μνήμη του εορτάζεται την ημέρα της οσιακής κοίμησής του. Ενώ η μνήμη του Αγίου Θεοδώρου εορτάζεται στις 27 Δεκεμβρίου.