Ο Απόστολος Παύλος, ο μεγάλος διδάσκαλος της Οικουμένης, δεν ανήκει στην ομάδα των δώδεκα Αποστόλων. Ο Παύλος δεν γνώρισε τον Κύριο όσο ζούσε στη γη, αλλά Εκείνος του αποκαλύφθηκε αργότερα.
Ο Παύλος γεννήθηκε στην Ταρσό της Κιλικίας, μια πανάρχαια πόλη, από Ιουδαίους γονείς, οι οποίοι ήταν εύποροι και επεδίωξαν να δώσουν στο παιδί τους μεγάλη κοσμική μόρφωση. Ο πατέρας του Παύλου είχε αποκτήσει την ρωμαϊκή υπηκοότητα, γεγονός που του έδινε σημαντικά προνόμια για εκείνη την εποχή, κάτι που κληρονόμησε και ο Παύλος. Το εβραϊκό του όνομα ήταν Σαούλ ή Σαύλος και το ρωμαϊκό ήταν Παύλος. Από τα παιδικά του χρόνια ξεκίνησε τις σπουδές του, ενώ στα νεανικά του χρόνια μετακόμισε στην Ιερουσαλήμ και τις ολοκλήρωσε δίπλα στο μεγάλο νομοδιδάσκαλο Γαμαλιήλ. Πέρα από τα γράμματα, όμως, έμαθε και την τέχνη να φτιάχνει σκηνές (σκηνοποιός) από ύφασμα και δέρματα.
Ο νεαρός Παύλος ήταν βαθιά θρησκευόμενος και άνηκε στην τάξη των Φαρισαίων, οι οποίοι διακρίνονταν για τον ζήλο και την πίστη τους. Βέβαια η πίστη τους αύτη ήταν ταυτισμένη με μανία εναντίον των χριστιανών. Κατεδίωκαν τους χριστιανούς, αλλά και τους Εβραίους που είχαν πιστέψει στο Χριστό τους θεωρούσαν προδότες. Έτσι ο Παύλος, όπως ο ίδιος αναφέρει χαρακτηριστικά σε μια από τις Επιστολές του, δίωκε με φανατισμό τους χριστιανούς και προσπαθούσε να αφανίσει την χριστιανική Εκκλησία (Προς Γαλάτας Επιστολή). Συμμετείχε στο λιθοβολισμό του πρωτομάρτυρα Στεφάνου και συγκεκριμένα φύλαξε τα ρούχα όσων λιθοβολούσαν το μάρτυρα Στέφανο.
Ο έντονος ζήλος του να καταδιώκει τους χριστιανούς τον έκανε να ζητήσει από τον αρχιερέα των Ιουδαίων να τεθεί επικεφαλής αποσπάσματος που θα πήγαινε στη Δαμασκό, για να συλλάβει όσο γίνεται περισσότερους χριστιανούς και να τους παραδώσει στα ιουδαϊκά δικαστήρια.
Κατά την διάρκεια του ταξιδιού προς τη Δαμασκό, ξαφνικά, ένα εκτυφλωτικό φως έριξε φοβισμένο τον Παύλο στη γη. Τότε έκπληκτος ο Παύλος άκουσε από τον ουρανό μια φωνή να του λέει:
– Σαούλ, Σαούλ γιατί με καταδιώκεις;
Σαστισμένος ο Παύλος απάντησε:
– Ποιός είσαι Κύριε;
Τότε ακούστηκε μια φωνή από τον ουρανό που του είπε:
– Εγώ είμαι ο Ιησούς που εσύ καταδιώκεις. Σήκω πάνω και πήγαινε στην πόλη και εκεί θα μάθεις τι πρέπει να κάνεις.
Ο Χριστός είχε αποκαλυφθεί στον Παύλος. Το φως του Χριστού είχε φωτίσει την τυφλωμένη του ψυχή. Το γεγονός αυτό συντάραξε τον Παύλος, ο οποίος έμεινε τυφλός για τρείς ημέρες, χωρίς να φάει και να πιεί τίποτα, μέχρι που τον επισκέφθηκε ο δούλος του Θεού Ανανίας.
Ο Απόστολος Ανανίας τον κατήχησε και τον βάπτισε και κατά την διάρκεια της βάπτισης του έπεσαν λέπια από τα μάτια του Παύλου και επανήλθε η όραση του, αλλά αυτήν την φορά έβλεπε με μετανοημένη και φωτισμένη καρδιά. Μετά τη βάπτιση του ο Παύλος άλλαξε τρόπο ζωής και άρχισε να μιλάει για τον Χριστό. Οι πρώτοι χριστιανοί στη αρχή ήταν λίγο επιφυλακτικοί για την μεταστροφή του, όμως ο Απόστολος Βαρνάβας τους διαβεβαίωσε για την αληθινή μετάνοια του Παύλου. Ο Βαρνάβας επίσης παρουσίασε τον Παύλο στον Πέτρο και τον Ιάκωβο, τους κορυφαίους Αποστόλους εκείνης της εποχής. Από τότε άρχισε να γεννάται η επιθυμία του Παύλου να κηρύξει το Ευαγγέλιο σε όλο τον κόσμο.
Επιλεγμένη από το Άγιο Πνεύμα μετά από προσευχή, ο Παύλος, ο Βαρνάβας και ο Ευαγγελιστής Μάρκος έφυγαν από την Αντιόχεια για την πρώτη Αποστολική Περιοδεία. Κάποια από τα μέρη που πήγαν ήταν η Κύπρος, η Μικρά Ασία και η Αντιόχεια. Σε όλο το ταξίδι πίστεψαν πολλού άνθρωποι στο Χριστό και έκαναν πολλά θαύματα.
Ο αστείρευτος πόθος του Αποστόλου Παύλου να συνεχίσει το κήρυγμα του στους λαούς των άλλων εθνών προκάλεσε την Δεύτερη Αποστολική Περιοδεία. Η αφετηρία της δεύτερης περιοδείας σημαδεύτηκε από ένα αποκαλυπτικό όραμα. Καθώς διανυκτέρευε στην Τρωάδα της Ασίας, του εμφανίστηκε σε οπτασία ένας άνδρας, που έμοιαζε στην ενδυμασία και την προφορά Μακεδόνας και τον παρακαλούσε λέγοντας:
– Πέρασε από την Ασία στην Μακεδονία και βοήθησε μας.
Ο Απόστολος Παύλος ερμήνευσε πως το θεϊκό αυτό σημάδι ήταν προτροπή να κηρύξει στις περιοχές της Ελλάδας. Έτσι μαζί με τον Σίλα τον Τιμόθεο κα τον Ευαγγελιστή Μάρκο κινήθηκαν αρχικά για την Μακεδονία.
Μετά από πολύωρο ταξίδι έφτασε στη Σαμοθράκη, από εκεί στη Νεάπολη και από εκεί στους Φιλίππους. Στους Φιλίππους άρχισε να κηρύττει το Ευαγγέλιο και ήταν μεγάλο το πλήθος που πίστεψε, ανάμεσα τους και η Αγία Λυδία η Φιλιππησία. Ακόμα στους Φιλίππους ο Παύλος και οι συνεργάτες του συκοφαντήθηκαν, δάρθηκαν και κλείστηκαν στην φυλακή. Ο Θεός όμως με ένα φοβερό σεισμό απελευθέρωσε τους Αποστόλους Του. Στην συνέχεια, αφού άφησαν στους Φιλίππους τον Λουκά συνέχισαν και πήγαν στην Θεσσαλονίκη. Εκεί κήρυξαν για τον Θεό και αρκετοί πίστεψαν. Στη Θεσσαλονίκη άφησε τον Τιμόθεο και ο Παύλος μαζί με τον Σίλα κατευθύνθηκαν στη Βέροια και συνέχισαν το κήρυγμα τους. Έπειτα ο Παύλος έφτασε στην Αθήνα και κήρυξε για το Θεό έχοντας ως αφορμή τον άγνωστο Θεό που απεικόνιζε ένας από τους πολλούς βωμούς που υπήρχαν. Εκεί πίστεψαν ο Άγιος Διονύσιος ο Αεροπαγίτης και αρκετοί άλλοι.
Τέλος έφτασε στην Κόρινθο και συνέχισε να διδάσκει το λόγο του Θεού πείθοντας πολλούς ιουδαίους και Έλληνες. Από το σημείο αυτό και έπειτα ο Παύλος άρχισε να επικοινωνεί με τις εκκλησίες που είχε δημιουργήσει με επιστολές.
Στην Τρίτη Αποστολική Περιοδεία του ο Παύλος διασχίζει τη Γαλάτεια και την Φρυγία και εγκαταστάτες την Έφεσο της Ασίας. Από κει επισκέφθηκε ξανά τις πόλεις της Ελλάδας ενισχύοντας την πίστη των χριστιανών. Πέρασε πάλι από την Θεσσαλονίκη, τους Φιλίππους, τη Βέροια, την Κόρινθο και από εκεί επέστρεψε στα Ιεροσόλυμα.
Το κήρυγμα του εκεί εξαγρίωσε το πλήθος των Ιουδαίων, οι οποίοι πίστευαν ότι ο Παύλος δίδασκε εναντίον του Ισραήλ και του Μωσαϊκού Νόμου. Ο λαός προσπάθησε να αρπάξει τον Παύλο και να τον σκοτώσει, τελευταία όμως στιγμή παρενέβη ο Ρωμαίος χιλίαρχος, συνέλαβε τον Απόστολο και τον έβαλε στη φυλακή. Τότε ο Απόστολος επικαλέστηκε ότι ήτανε Ρωμαίος πολίτης και αυτό σήμαινε πως πριν μαστιγωθεί έπρεπε να δικαστεί.
Ο Παύλος μεταφέρετε στη Ρώμη για τη δίκη και παραμένει φυλακισμένος για τέσσερα χρόνια μέχρι να ανακοινωθεί η αθώωση του. Η Ρώμη αναγνώρισε ότι ο Χριστιανισμός δεν ήταν έγκλημα και ελεύθερος συνέχισε το αποστολικό το κήρυγμα.
Ο Απόστολος Παύλος ελεύθερος από τα δεσμά της φυλακής επιθύμησε να επισκεφτεί όσο περισσότερα μέρη μπορούσε και να ενισχύσει το χριστιανικό πλήθος.
Συνήθιζε να λέει: «Για μένα ζωή σημαίνει Χριστός και θάνατος σημαίνει κέρδος»
Έχοντας μαζί του τον άξιο συνεργάτη του Τίτο, ως πρώτο σημείο του προορισμού του διάλεξε την Κρήτη. Εκεί κήρυξε την αλήθεια του Ευαγγελίου. Όταν έφυγε, χειροτόνησε τον Τίτο επίσκοπο Κρήτης και τον άφησε να συνεχίσει το έργο του.
Στη συνέχεια ανέβηκε στην Κόρινθο, μετά στη Μακεδονία και επισκέφτηκε την Νικόπολη της Ηπείρου. Έπειτα πέρασε στη Μικρά Ασία και τέλος έφθασε στην Έφεσο. Όπου πήγαινε ο Παύλος τους ενθάρρυνε και άφηνε πίσω του άξιους συνεργάτες.
Η τέταρτη και τελευταία του περιοδεία τερματίστηκε στην άκρη της Δύσης. Έφτασε μέχρι την Ισπανία. Τέλος κατάκοπος και ταλαιπωρημένος έφτασε στη Ρώμη. Η κούραση όμως και οι θλίψεις δεν αποθάρρυναν τον γενναίο αθλητή του Θεού, δεν υπολόγιζε τις κακουχίες και υποστήριζε ότι οι επίγειες θλίψεις δεν μπορούν να συγκριθούν με την δόξα του Παραδείσου.
Ο Παύλος είχε καταλάβει ότι πλησιάζει η ώρα του θανάτου του και το είχε γράψει στον Τιμόθεο λέγοντας πως:
– Είμαι έτοιμος να χύσω το αίμα μου και ο καιρός της αναχώρησης μου έφτασε.
Τα χρόνια εκείνα που ο Παύλος ήταν στη Ρώμη ο βασιλιάς Νέρωνας είχε αυξήσει τους διωγμούς εναντίον των χριστιανών. Με μία πρόφαση συνέλαβε τον Παύλο και τον φυλάκισε. Ενώ η υγεία του Παύλου ήταν κλονισμένη οι Ρωμαίοι ήταν ιδιαίτερα αυστηροί σε οποιαδήποτε επικοινωνία του Παύλου. Αλλά και οι φίλοι του φοβόταν να τον επισκεφτούν στη φυλακή μήπως τυχόν και τους συλλάβουν, μόνο ο Λουκάς παρέμενε κοντά του. Η δίκη του Παύλου δεν άργησε να γίνει και η απόφαση ήταν η εσχάτη των ποινών: καταδίκη σε θάνατο. Τέτοιες όμως δικαστικές αποφάσεις δεν δείλιαζαν τον ανδρείο μάρτυρα του Χριστού, αλλά αντίθετα τον χαροποιούσαν, διότι γρήγορα θα έφτανα δίπλα στον Δεσπότη Χριστό. Οι Ρωμαίοι οδήγησαν τον Παύλο έξω από την πόλη και αφού προσευχήθηκε για τελευταία φορά, τον αποκεφάλισαν. Οι φίλοι του μάζεψαν το ιερό λείψανο του και το μετέφεραν με τις πρέπουσες τιμές.
Ο Απόστολος Παύλος θεωρείται πρωτοκορυφαίος Απόστολος του Χριστού. Θεμελίωσε με τους ιερούς του λόγου την χριστιανική θεολογία, άφησε πίσω του μεγάλο έργο, τις θεόπνευστες επιστολές, οι οποίες αποτελούν μέρος της Καινής Διαθήκης.
Έγραψε συνολικά 14 επιστολές:
1.προς Ρωμαίους
2. & 3.προς Κορινθίους Α και Β
4.προς Γαλάτας
5.προς Εφεσίους
6.προς Φιλιππησίους
7.προς Κολοσσαείς
8. & 9. προς Θεσσαλονικείς Α και Β
10. & 11.προς Τιμόθεο Α και Β
12. προς Τίτο
13.προς Φιλήμονα
14. προς Εβραίους
Η εκκλησία τιμά τη μνήμη του πρωτοκορυφαίου Αποστόλου
την ίδια μέρα με του Αποστόλου Πέτρου στις 29 Ιουνίου.