Ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Ματθαίος ήταν γιός του Αλφαίου, κατοικούσε στην Καπερναούμ και ασκούσε το επάγγελμα του τελώνη. Εκείνη την εποχή ο τελώνης ήταν φοροεισπράκτορας για λογαριασμό των Ρωμαίων κατακτητών. Οι τελώνες ήταν σκληροί και συχνά αδικούσαν τους συνανθρώπους τους έχοντας την κάλυψη των ρωμαϊκών αρχών.
Η Καπερναούμ ήταν μια μεγάλη εμπορική πόλη, η οποία απέφερε μεγάλα οικονομικά οφέλη για τον τελώνη Ματθαίο.
Μια μέρα που ο Ματθαίος καθόταν στο τελωνείο και εισέπραττε φόρους, πέρασε από εκεί ο Κύριος και απευθυνόμενος προς αυτόν είπε: «Ακολούθησέ με».
Ο Ματθαίος χωρίς καμία καθυστέρηση, αμέσως Τον ακολούθησε. Όχι μόνο εγκατάλειψε το επάγγελμα του τελώνη, αλλά με χαρά φιλοξένησε στο σπίτι του τον Κύριο.
Κατά την παραμονή του Χριστού στο σπίτι του Ματθαίου ήρθαν πολλοί τελώνες αναζητώντας ανάπαυση στις ψυχές τους ακούγοντας το κήρυγμα του Κυρίου. Το γεγονός αυτό παραξένεψε τους Φαρισαίους, οι οποίοι κατέκριναν τον Ιησού και τους μαθητές του λέγοντας:
– Γιατί ο δάσκαλός σας τρώει και πίνει μαζί με τους τελώνες και τους αμαρτωλούς;
Ο Ιησούς όμως γνωρίζοντας τον σκοπό της ερώτησης, τους απαντούσε:
– Οι υγιείς δεν έχουν ανάγκη από γιατρό αλλά οι άρρωστοι. Πηγαίνετε και αναζητείστε στις Γραφές για να μάθετε τι σημαίνει «ελεημοσύνη θέλω και όχι θυσία » διότι δεν ήρθα να καλέσω σε μετάνοια όσους είναι δίκαιοι ή θεωρούν ότι είναι δίκαιοι αλλά όσους είναι αμαρτωλοί και συναισθάνονται την αμαρτωλότητά τους.
Ο Απόστολος Ματθαίος με μεγάλη δίψα ακολούθησε τον Κύριο σε όλη τη διαδρομή του στη γη, βλέποντας τα πολλά θαύματα που έκανε τόσο πριν τη Σταύρωσή Του όσο και μετά την ένδοξη Ανάστασή Του. Πριν γνωρίσει τον Χριστό ονομαζόταν Λευΐ, αφού όμως ακολούθησε τον Κύριο, μετονομάστηκε σε Ματθαίος που σημαίνει δώρο Θεού.
Μετά την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος όλοι οι Απόστολοι κλήθηκαν να κηρύξουν το Ευαγγέλιο στα διάφορα σημεία του κόσμου. Στον Απόστολο Ματθαίο έτυχε να κηρύξει το Ευαγγέλιο στους Εβραίους. Για τοβ λόγο αυτό έγραψε πρώτος από τους άλλους ευαγγελιστές το Ευαγγέλιο στην εβραϊκή γλώσσα. Πιο συγκεκριμένα, γράφτηκε από αυτόν με σκοπό να κάνει γνωστό στους Εβραίους ότι ο αναμενόμενος Μεσσίας της Παλαιάς Διαθήκης ήταν ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ. Για αυτό και το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο αρχίζει από τη γενεαλογία του Αβραάμ καταλήγοντας στον Χριστό και συνεχίζει με τη διήγηση της δράσης του Ιησού.
Στον Ευαγγελιστή Ματθαίο η ορθόδοξη αγιογραφία παριστάνει δίπλα του έναν άγγελο επειδή αναφέρει πολλά γεγονότα με εμφανίσεις αγγέλων. Όπως αναφέρουν οι πατέρες της Εκκλησίας, το Ευαγγέλιο γράφτηκε οκτώ χρόνια μετά την Ανάληψη του Χριστού.
Στην περιοχή της Παλαιστίνης κήρυξε για δώδεκα χρόνια και συνέχισε την αποστολική του δράση στην Αραβία, στην Περσία και στη Μηδία ιδρύοντας στις περιοχές αυτές πολλές εκκλησίες. Σε όλη του τη διαδρομή ο απόστολος Ματθαίος υπέφερε πολλούς βασανισμούς, πείνα και δίψα. Ο ίδιος ζούσε με χριστιανική ευλάβεια και συνήθιζε να μην τρώει ποτέ κρέας, παρά μόνο καρπούς και λαχανικά.
Στη συνέχεια ο Απόστολος θέλησε να ησυχάσει σε κάποιο απόμερο μέρος για να ενωθεί ακόμα περισσότερο με τον Θεό. Έτσι απομονώθηκε σε ένα ψηλό βουνό ζώντας ασκητικά. Κατά τη διάρκεια της άσκησής του, κάποια μέρα του παρουσιάστηκε σαν μικρό παιδί ο Κύριος κρατώντας ένα ραβδί και απλώνοντας το δεξί Του χέρι, του το έδωσε λέγοντάς του:
– Κατέβα από αυτό το βουνό και πήγαινε στη Μυρμήνη, φύτεψε αυτό το ραβδί στο κατώφλι του αγιάσματος που υπάρχει εκεί και αυτό θα ριζώσει με τη δική Μου δύναμη και θα γίνει δέντρο με πολλούς καρπούς. Από τα κλωνάρια του θα στάζει μέλι και από τη ρίζα του θα αναβλύζει νερό. Από το νερό αυτό θα λούζονται οι κάτοικοι της χώρας αυτής που η κακία τους έχει μεταμορφώσει σε θηρία και με την γλυκύτητα του δέντρου θα γλυκάνουν τα συναισθήματά τους και θα πάψουν τις παρανομίες τους.
Ο Ματθαίος υπακούοντας την εντολή του Κυρίου, αμέσως πήγε να εκτελέσει όσα του είπε. Κατά τη διαδρομή του προς τη Μυρμήνη συνάντησε τη βασίλισσα της χώρας εκείνης. Τη βασίλισσα συνόδευαν ο γιος και η νύφη της οι οποίοι ήταν δαιμονισμένοι. Μόλις συνάντησαν τον Απόστολο Ματθαίο τα δαιμόνια έκραξαν λέγοντας:
– Ποιος σε ανάγκασε να έρθεις εδώ στον τόπο μας; Ποιος σου έδωσε αυτό το ραβδί για να μας αφανίσεις;
Ο Απόστολος σπλαχνίστηκε τους δύο ταλαιπωρημένους νέους και τους θεράπευσε. Οι δύο νέοι ακολούθησαν τον Ματθαίο, βοηθώντας τον στο θεάρεστο έργο του.
Όταν ο Επίσκοπος της χώρας Πλάτων πληροφορήθηκε την έλευση του Ματθαίου, πήγε μαζί με τους άλλους κληρικούς να υποδεχτούν τον Απόστολο. Τότε όλοι μαζί πήγανε στην πόλη και φύτευσαν το ραβδί όπως είχε ορίσει ο Κύριος στον Απόστολο. Αμέσως το ραβδί έγινε δέντρο, έβγαλε κλαδιά και καρπό ώριμο και από τη ρίζα του άρχισε να αναβλύζει άφθονο νερό.
Το θαύμα μαθεύτηκε γρήγορα και πλήθη ανθρώπων πήγαν για να δουν το θαυμαστό γεγονός. Οι σκληροί κάτοικοι της χώρας, τρώγοντας τους καρπούς και πίνοντας από το νερό του δέντρου φωτίζονταν και γαλήνευε η ψυχή τους. Ο σκληρός βασιλιάς της περιοχής, μαθαίνοντας για το θαύμα, οργίστηκε και αποφάσισε να συλλάβει τον Απόστολο για να τον κάψει ζωντανό. Ωστόσο ο Απόστολος γνώριζε τι τον περιμένει γιατί μία νύχτα τού παρουσιάστηκε ο Χριστός λέγοντάς του :
– Αν και ο βασιλιάς ετοιμάζει βάσανα για σένα, μην φοβάσαι, θα έχεις εμένα βοηθό σου.
Στη συνέχεια, όσους στρατιώτες και αν έστελνε ο βασιλιάς, αυτοί τυφλώνονταν ώσπου στο τέλος αποφάσισε να πάει ο ίδιος ο βασιλιάς να συλλάβει τον Απόστολο. Όταν όμως πλησίασε τον Ματθαίο, τυφλώθηκε και αυτός. Τότε κατατρομαγμένος ο βασιλιάς, έπεσε στα γόνατα παρακαλώντας τον άγιο:
– Ματθαίε, συγχώρεσε την άγνοιά μου και φώτισε ξανά τους οφθαλμούς μου.
Ο Απόστολος σπλαχνίστηκε την ταπείνωση του βασιλιά και σχηματίζοντας με το χέρι του το σημείο του Σταυρού, επέστρεψε την όρασή του. Το θαύμα όμως αυτό δεν μπόρεσε να θεραπεύσει την πνευματική τύφλωση του άρχοντα. Μόλις επανήλθε η όρασή του, αμέσως διέταξε τους στρατιώτες του να πιάσουν τον Άγιο. Οι στρατιώτες τον έπιασαν και αφού τον κάρφωσαν όπως τους διέταξε, άναψαν φωτιά. Ώ του θαύματος όμως, η φλόγα αντί να καίει, δρόσιζε το άγιο σώμα του Αποστόλου Ματθαίου. Το θαύμα αυτό κατέπληξε τους ειδωλολάτρες της περιοχής, οι οποίοι αρνήθηκαν τους ψεύτικους θεούς που πίστευαν και άρχισαν να δοξολογούν τον ένα και αληθινό Θεό.
Ο βασιλιάς ωστόσο όταν πληροφορήθηκε το θαύμα σκέφτηκε άλλη μια δοκιμασία και είπε:
– Θέλω να αποδείξω πιο φανερή την ευσέβεια τούτου του άνδρα και με τον τρόπο αυτό να φανερωθούν αν είναι αληθινά όλα αυτά που έγιναν.
Επάνω στο σώμα του Αγίου άπλωσε πλήθος αγαλμάτων των ψεύτικων θεών που λάτρευαν. Στη συνέχεια άρχισε να επικαλείται τη συνδρομή των ειδώλων, ενώ ο Απόστολος Ματθαίος προσευχόταν με πίστη στον Χριστό, να βοηθήσει. Τότε συνέβη το εξής συγκλονιστικό: η φωτιά έκαψε όλα τα αγάλματα κάνοντας τα στάχτη. Όταν κάηκαν οι απεικονίσεις των ψεύτικων θεών, η φωτιά άρχισε να κινείται και προς τον περήφανο βασιλιά κινδυνεύοντας να τον κάψει. Ο βασιλιάς τρομαγμένος κατευθύνθηκε προς το μέρος που ήταν ο Απόστολος και άρχισε να τον παρακαλάει για να τον βοηθήσει. Ο εύσπλαχνος Ματθαίος τον λυπήθηκε και προσευχήθηκε προς το Θεό. Αμέσως η φλόγα πήγε προς τον Απόστολο γλυτώνοντας τον βασιλιά και ο Ματθαίος είπε με ήπια φωνή:
– Κύριε, στα χέρια σου παραδίδω την ψυχή μου.
Μετά την κοίμηση του Αποστόλου ο βασιλιάς πρόσταξε να βάλουν το σώμα του σε βασιλικό κρεβάτι και να το πάνε με τιμές στα ανάκτορα. Επειδή όμως μέσα του συνέχισε να αμφιβάλλει για την αγιότητα του Αποστόλου και την ύπαρξη του αληθινού Θεού, διέταξε να κάνουν μια σιδερένια θήκη στην οποία να τοποθετήσουν το λείψανο του. Ύστερα είπε:
– Εάν ο Θεός του Ματθαίου είναι αληθινός, όπως τον έσωσε από τη φωτιά, έτσι και τώρα θα προστατέψει το σώμα του από τη θάλασσα που θα το ρίξουμε. Τότε και εμείς με τη σειρά μας θα πρέπει να πιστέψουμε στο Θεό του Ματθαίου.
Μόλις είπε αυτά ο βασιλιάς διέταξε να ρίξουν το λείψανο του Αγίου στη θάλασσα. Την νύχτα εκείνη παρουσιάστηκε ο Ευαγγελιστής στον Επίσκοπο Πλάτων και του είπε:
– Πήγαινε στα ανατολικά του παλατιού να βρεις μαζί με τη σιδερένια θήκη και το λείψανο μου.
Ο επίσκοπος το επόμενο πρωί πήγε στον τόπο που του υπέδειξε ο άγιος Ματθαίος και βρήκε πάνω στα κύματα τη λάρνακα με το λείψανο του. Τότε πήγαν στον άρχοντα και εκείνος μόλις αντίκρισε τη θήκη με το σκήνωμα, πίστεψε και ζήτησε από τον Επίσκοπο να βαπτιστεί. Ο Επίσκοπος αφού κατάλαβε ότι η μετάνοια του βασιλιά είναι αληθινή, τον βάπτισε. Την ώρα που βάπτιζε τον βασιλιά ακούστηκε φωνή από τον ουρανό που του έλεγε:
– Μην ονομάσεις αυτόν Φλουβιανό αλλά Ματθαίο.
Το βάπτισμα άλλαξε τον βασιλιά, ο οποίος κατέστρεψε τα αγάλματα όλων των ψεύτικων θεών και επέτρεψε σε όσους θέλουν να πιστεύουν ελεύθερα τον Χριστό. Ύστερα από αυτά ο Απόστολος Ματθαίος φανερώθηκε πάλι στον Επίσκοπο και του είπε:
– Να χειροτονήσεις το βασιλιά Ματθαίο επίσκοπο και τον γιό του διάκονο. Μετά από τρία χρόνια θα έρθεις και εσύ προς τον Κύριο.
Έτσι και έγινε, μετά από τρία χρόνια, ο Επίσκοπος Πλάτων μετέβη προς τον Κύριο και άφησε στη θέση του τον βασιλιά και Επίσκοπο πλέον Ματθαίο.
Τη μνήμη του Αποστόλου και Ευαγγελιστή Ματθαίου
τιμά η Εκκλησία στις 16 Νοεμβρίου.