Ο Απόστολος Ιάκωβος ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Ιωσήφ του Μνήστορα και πέρασε τα παιδικά του χρόνια δίπλα στον Ιησού, για αυτό και του αποδόθηκε ο τίτλος του Αδελφόθεου. Ο βίος του και τα πλούσια χαρίσματά του απέδειξαν ότι επάξια ονομαζόταν Αδελφόθεος, γιατί διακρινόταν για την ευσέβεια, την αρετή και την πραότητά του.
Μετά την σταύρωση του Ιησού ο Ιάκωβος αξιώθηκε να δει Αναστημένο τον Χριστό, μαζί με τους άλλους Αποστόλους. Επίσης, ο Ιάκωβος ήταν ένας από τους Αποστόλους που παραβρέθηκαν στην Επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος.
Ζούσε ασκητικά, δεν έτρωγε κρέας ούτε έπινε οινοπνευματώδη ποτά. Ήταν πάντα με την προσευχή στο στόμα, είτε μέρα είτε νύχτα, κυριολεκτικά αφοσιωμένος στο Θεό. Από τις πολλές γονυκλισίες είχε φθαρεί το δέρμα στα γόνατά του. Μονή του τροφή ήταν το ψωμί. Συνεχώς παρότρυνε τους χριστιανούς να μην δειλιάζουν στους πειρασμούς και τις θλίψεις της ζωής αλλά να χαίρονται, διότι εκείνος που θα υπομένει τους πειρασμούς και τις θλίψεις, θα λάβει το στεφάνι της ζωής και του παραδείσου. Αγαπούσε την ελεημοσύνη και συμβούλευε τους Χριστιανούς να δίνουν σε όσους είχαν ανάγκη, διότι όσοι δεν είναι ελεήμονες σε αυτή την ζωή, κατά την Κρίση ο Χριστός θα είναι αυστηρός κριτής για την ψυχή τους.
Όλα αυτά τα πλούσια χαρίσματα πλημμύριζαν με φως το πρόσωπο του Ιακώβου και η Εκκλησία γρήγορα τον έκανε Επίσκοπο της Ιερουσαλήμ. Θεωρήθηκε για την εποχή του ένας από τους στύλους της πρώτης Χριστιανικής Κοινότητας και Εκκλησίας. Έγραψε μία Καθολική Επιστολή η οποία είναι γεμάτη από πνευματική σοφία και υψηλά νοήματα και αποτελεί μέρος της Καινής Διαθήκης.
Όλη η εκτίμηση και η αγάπη προς το πρόσωπο του Αποστόλου Ιακώβου είχε προκαλέσει τον φθόνο και την απέχθεια των Ιουδαίων. Τα αγαθά λόγια του Ιακώβου προσέλκυαν τις διψασμένες ψυχές των απίστων, αλλά εξαγρίωναν τους Ιουδαίους, οι οποίοι δεν δέχονταν ότι ο Ιησούς ήταν ο Μεσσίας. Για τον λόγο αυτό προσπαθούσαν να μηχανευτούν τρόπους για να σταματήσουν τους λόγους του Ιακώβου. Έτσι μία μέρα που ο Ρωμαίος ηγεμόνας έλειπε από τα Ιεροσόλυμα, ο αρχιερέας Άννας (γιος του αρχιερέα που δίκασε τον Ιησού Χριστό) έπεισε το συνέδριο των Ιουδαίων να συλλάβουν τον Ιάκωβο. Με σύντομες διαδικασίες έφεραν τον Ιάκωβο μπροστά στο πλήθος και του ζήτησαν να αποκαταστήσει την αλήθεια για το Χριστό, γιατί ο λαός, όπως υποστήριζαν είχε πλανηθεί και πίστευε πως είναι Υιός του Θεού. Ο γενναίος Ιάκωβος, αψηφώντας τον κίνδυνο βροντοφώναξε μπροστά τους άπιστους Ιουδαίους:
– Τι με ρωτάτε για τον Ιησού; Αυτός κάθεται στον ουρανό στα δεξιά της δυνάμεως του Θεού και Πατέρα Του και πάλι θα έρθει καθήμενος στις νεφέλες του ουρανού για να κρίνει την οικουμένη με δικαιοσύνη!
Οι Γραμματείς και Φαρισαίοι εξαγριώθηκαν και σαν θηρία τον έπιασαν και τον έριξαν από ένα ψηλό σημείο του ναού. Βλέποντας όμως ότι ακόμα δεν είχε πεθάνει, άρχισαν με μανία να τον θάβουν για να τον θανατώσουν, ενώ ο Ιάκωβος προσευχόταν ο Κύριος να τους συγχωρήσει. Οι προσευχές του συγκίνησαν κάποιους οι οποίοι φώναξαν:
– Σταματήστε να λιθοβολείτε, δεν τον ακούτε, προσεύχεται για μας.
Ήταν όμως ήδη αργά. Ο Ιάκωβος είχε παραδώσει την ψυχή του στον Κύριο και καταγράφηκε στους μάρτυρες της εποχής. Οι χριστιανοί παρέλαβαν το τίμιο λείψανό του και το ενταφίασαν με τις πρέπουσες τιμές.
Η εκκλησία μας εορτάζει την μνήμη του Αγίου Ιακώβου
του Αδελφοθέου στις 23 Οκτωβρίου.