Η παιδική ηλικία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και η απόφαση να γίνει μοναχός
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς γεννήθηκε το 1296 στην Κωνσταντινούπολη. Οι γονείς του ήταν ευγενείς και ενάρετοι άνθρωποι και ονομάζονταν Κωνσταντίνος και Καλλονή. Ο πατέρας του ήταν συγκλητικός και προς το τέλος της ζωής του έγινε μοναχός. Όταν ο πατέρας του Αγίου Γρηγορίου κοιμήθηκε, την ανατροφή των επτά παιδιών της οικογένειας την ανέλαβε η μητέρα τους, η οποία έκανε τα πάντα για να μάθει στα παιδιά της την αγάπη στο Θεό και τον ευσεβή τρόπο ζωής. Ο Γρηγόριος, μικρό παιδί ακόμη μετά τον θάνατο του πατέρα του, επιδόθηκε στην μάθηση. Επειδή ήταν πολύ μικρός στην ηλικία και δυσκολευόταν με τα μαθήματά του, αποφάσισε να μην αρχίσει να διαβάζει, προτού κάνει τρεις μετάνοιες μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου.
Έτσι, με την βοήθειά Της, απομνημόνευε εύκολα. Και όχι μόνο σε αυτό τον βοήθησε η Παναγία, αλλά και την ψυχή του βασιλέως φώτισε και του έδινε πλουσιοπάροχα όλα όσα χρειαζόταν για την εκπαίδευσή του. Ο Γρηγόριος αγάπησε τα γράμματα και σπούδασε φιλοσοφία και θεολογία. Παρά τις επιτυχίες του όμως στα γράμματα, η καρδιά και ο νους του ήταν στραμμένα στο Θεό. Από μικρός ζούσε ασκητικά και δεν ενδιαφερόταν καθόλου για τα επίγεια.
Συναναστρεφόταν με Μοναχούς Ασκητές πού ερχόντουσαν από το Άγιο Όρος στην Κωνσταντινούπολη και οι οποίοι τον συμβούλευαν να φύγει από την πόλη και να πάει στο Άγιον Όρος. Στην εγκράτεια και στην νηστεία δόθηκε με τόση προθυμία, ώστε μόνο με άρτο και νερό ικανοποιούσε τις ανάγκες του σώματος, αποφεύγοντας με αυτόν τον τρόπον να χορταίνει. Όταν έφθασε το εικοστό έτος της ηλικίας του, ζώντας τέτοια ζωή, αποφάσισε να γίνει μοναχός και το παράδειγμά του ακολούθησαν και τα τέσσερα αδέρφια και η μητέρα του.
Οι πνευματικές αρετές του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά
Την άνοιξη του 1317 αναχώρησαν για τον ‘Άθω, μαζί με τους δύο αδελφούς του, όπου πρώτα έμειναν στην Λαύρα του Βατοπεδίου. Εκεί υποτάχθηκε στον Γέροντα Νικόδημο και έλαβε και το Αγγελικό σχήμα. Διδάσκεται από το Γέροντα τις αρετές και επιδόθηκε σε σκληρούς ασκητικούς αγώνες. Κοντά του μαθαίνει τη νηστεία, την αγρυπνία, τις διάφορες σκληραγωγίες, τις αρετές της υπακοής, της ταπεινοφροσύνης, της πραότητας και της αγάπης. Εκεί όμως που πραγματικά διακρίθηκε ήταν η προσευχή. Νύχτα και μέρα τα χείλη του επαναλάμβαναν αδιάκοπα: «Κύριε, Ιησού Χριστέ φώτισόν μου το σκότος», «Υπεραγία Θεοτόκε φώτισόν μου το σκότος», ενώ δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του. Ο Άγιος Γρηγόριος έκανε τρία χρόνια υπακοή, στον Γέροντά του, ο οποίος σε βαθύ γήρας γεμάτος αρετές αναχώρησε για την Βασιλεία των ουρανών.
Μετά ο Γρηγόριος πήγε στην Μεγίστη Λαύρα του Αγίου Αθανασίου, όπου τον δέχθηκαν οι Πατέρες με μεγάλη τιμή, επειδή από καιρό είχαν μάθει για την μεγάλη του αρετή. Έμεινε μαζί τους τρία χρόνια και στη συνέχεια έφυγε για την έρημο.
Η οπτασία του Αγίου, ο ασκητικός του αγώνας και η ταπεινοφροσύνη του
Εξαιτίας όμως των επιδρομών των Αγαρηνών στους μοναχούς που ασκήτευαν μόνοι τους έξω από τα μοναστήρια αναγκάστηκε, μαζί με την συνοδεία του, να καταφύγουν στη Θεσσαλονίκη. Από εκεί αποφάσισαν να πάνε στα Ιεροσόλυμα όμως δεν ήταν αυτό το θέλημα του Θεού. Κάποια στιγμή που ο άγιος κοιμήθηκε είδε την έξης οπτασία, όπως ο ίδιος την διηγείται :
«Μου φάνηκε, λέγει, σαν να βρέθηκα στα βασιλικά προαύλια μαζί με τους συνασκητές μου. Εκεί καθόταν με μεγαλοπρέπεια στο θρόνο ο Βασιλεύς και γύρω από αυτόν στεκόντουσαν οι αυλικοί και όλοι οι άρχοντες, από όλες τις τάξεις. Ένας από τους άρχοντες ήλθε προς εμάς (φαίνονταν να ήταν κάποιος μεγάλος δούκας) και αφού με αγκάλιασε με πήρε δίπλα του και γυρίζοντας προς τους συνοδούς μου είπε:
-Εγώ κρατώ αυτόν μαζί μου, επειδή έτσι πρόσταξε ο Βασιλεύς, σεις δε να πάτε όπου αγαπάτε, δεν σας εμποδίζει κανένας.»
Φωτιζόμενος από τον Θεό ο Μέγας Γρηγόριος και αφού τα ανέφερε και στους άλλους αδελφούς, κατάλαβαν, ότι ο μέγας δούκας ο οποίος κράτησε τον θείο Γρηγόριο ήταν ο Άγιος Δημήτριος. Έτσι αποφάσισαν να μην απομακρυνθούν από τη Θεσσαλονίκη και μετά από λίγο καιρό χειροτονήθηκε ιερέας.
Ποθώντας όμως την ησυχία αποφάσισε να αποσυρθεί μαζί με τους μαθητές του στη Σκήτη της Βέροιας. Εγκατέστησε τους μαθητές του στην Μονή του Τιμίου Προδρόμου και ο ίδιος έμενε σε ένα σπήλαιο κοντά στη μονή και αφιερώθηκε στην προσευχή. Τις Κυριακές και τις μεγάλες εορτές μόνο ανέβαινε στο μοναστήρι για να κοινωνήσει τα Άχραντα Μυστήρια. Και εκεί όμως έμεινε για πέντε χρόνια και μετά πήγε πάλι στο Άγιο Όρος για να αποφύγει την τιμή των ανθρώπων. Εκεί έκανε μεγάλους αγώνες υπέρ της Ορθοδοξίας και του ησυχασμού.
Το μεγάλο πνευματικό έργο του Αγίου στην Εκκλησία και στο ποίμνιο Του Θεού και το αγιασμένο τέλος της ζωής του
Το 1335 μ.Χ. με τους δύο αποδεικτικούς λόγους του «Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος», ήλθε σε σύγκρουση με τον αιρετικό Βαρλαάμ τον Καλαβρό, ο οποίος είχε λανθασμένες θεολογικές θέσεις περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος. Οι απαντήσεις του Αγίου έγιναν η επίσημη διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Στη συνέχεια πήγε στην Λήμνο, στην οποίαν με τη διδασκαλία του και με τα θαύματά του, ωφέλησε τον λαό. Όμως οι Θεσσαλονικείς ετοίμασαν ένα αρχοντικό πλοίο αποκλειστικά για τον σκοπό αυτό και αφού επιβιβάσθηκαν σε αυτό οι πρώτοι άρχοντες της Εκκλησίας, πήγαν στην Λήμνο και μετά από λίγες ημέρες έφεραν τον Άγιο στη Θεσσαλονίκη, όπου και εκλέχθηκε Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης.
Ταλαιπωρημένος από τις κακουχίες, την άσκηση και τα ταξίδια αρρώστησε. Δεν είχε ακόμη γίνει καλά ο Άγιος, όταν αναγκάσθηκε να πάει πάλι στην Κωνσταντινούπολη. Αλλά ο Θεός τον έστειλε σε άλλη υπηρεσία. Διότι ενώ πήγαινε στην Κωνσταντινούπολη, αιχμαλωτίσθηκε από τους Τούρκους και οδηγήθηκε από αυτούς σαν δούλος στην Ασία για ένα χρόνο στον οποίο τον έσερναν από τόπο σε τόπο.
Η αγιότητα του βίου, τα θαύματά του, το πλούσιο συγγραφικό του έργο, η ποιμαντική του δράση αποτέλεσαν για τους Θεσσαλονικείς θησαυρό από τον οποίο όλοι πλούτιζαν πνευματικά. Αγωνιζόμενος λοιπόν έφτασε στο τέλος της επίγειας ζωής του το 1359. Την ώρα που παρέδιδε την ψυχή του στα χέρια του Χριστού, το ταλαιπωρημένο από την άσκηση σώμα του ακτινοβόλησε φως, ενώ συγχρόνως έλαμψε και το πρόσωπό του, με μια θεϊκή λάμψη για να επιβεβαιώσει με αυτόν τον τρόπο την αγιότητά του.
Η Εκκλησία μας τιμά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά την ημέρα της κοιμήσεώς του στις 14 Νοεμβρίου και την Β’ Κυριακή των Νηστειών κατά την Μεγάλη Σαρακοστή.