Τη Μεγάλη Παρασκευή θυμόμαστε τα Πάθη του Κυρίου δηλαδή τα μαστιγώματα, τα χτυπήματα, το αγκάθινο στεφάνι, τη Σταύρωση και τον θάνατο του Χριστού.
Ο Ιησούς οδηγήθηκε αρχικά στον αρχιερέα Άννα πρώτα και ύστερα στον Καϊάφα για να τον ανακρίνουν. Εκεί έφεραν πολλούς ψευδομάρτυρες και προσπαθούσαν να βρουν κάποια αιτία για να θανατώσουν τον Ιησού. Όμως οι ψευδομαρτυρίες δεν συμφωνούσαν μεταξύ τους. O αρχιερέας ρώτησε τον Ιησού: « Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού;» κι εκείνος του απάντησε «Εσύ μόνος σου το λες, με το να με ρωτάς». Έπειτα, εμφανίστηκαν δύο ψευδομάρτυρες που συμφώνησαν ότι ο Χριστός είπε ότι θα καταστρέψει τον ναό των Ιεροσολύμων και θα τον ανασκευάσει σε τρεις ημέρες. Τότε ο αρχιερέας και οι άλλοι αποφάσισαν πως ο Ιησούς βλασφήμησε και είναι ένοχος θανάτου για αυτό. Τον έφτυσαν στο πρόσωπο και τον χτύπησαν ακόμα και οι υπηρέτες.
Όταν ξημέρωσε, οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι που είχαν πάρει ήδη την απόφαση να θανατώσουν τον Ιησού, τον οδήγησαν στον Πιλάτο, τον Ρωμαίο ηγεμόνα της περιοχής. Ο Πιλάτος τον ανέκρινε αλλά Ιησούς παρέμενε σιωπηλός και δεν απαντούσε. Ο Πιλάτος δεν έβρισκε αιτία για να τον θανατώσει. Επειδή υπήρχε η συνήθεια να απελευθερώνει ο ηγεμόνας κάθε Πάσχα έναν κρατούμενο, ρώτησε το πλήθος αν ήθελε να ελευθερώσει τον Ιησού ή τον Βαραββά, ο οποίος ήταν γνωστός ληστής. Τότε το πλήθος ζήτησε να ελευθερώσει τον Βαραββά.
– Και τον Ιησού τι να τον κάνω; ρώτησε τότε ο Πιλάτος.
– Να σταυρωθεί, φώναζαν τα πλήθη.
– Γιατί, τι κακό έκανε;, ρώτησε πάλι ο Πιλάτος.
– Να σταυρωθεί, να σταυρωθεί, φώναζε το πλήθος.
Ο Πιλάτος δεν συμφωνούσε. Αντί όμως να χρησιμοποιήσει την εξουσία του για να αποδώσει δικαιοσύνη, ζήτησε να του φέρουν μία λεκάνη με νερό και έπλυνε τα χέρια του λέγοντας: «Είμαι αθώος από το αίμα αυτού του αθώου ανθρώπου». Και παρέδωσε τον Χριστό στους στρατιώτες για να τον σταυρώσουν. (Μκ. 15, 1-15)
Οι στρατιώτες έγδυσαν τον Χριστό και τον μαστίγωσαν. Του έβαλαν στο κεφάλι ένα ακάνθινο στεφάνι, τον έντυσαν με μία κόκκινη χλαμύδα και του έδωσαν να κρατάει ένα καλάμι σαν να ήταν σκήπτρο βασιλιά. Και του έλεγαν «Χαίρε, βασιλιά των Ιουδαίων». Τον κορόιδεψεαν, τον εξευτέλισαν και τον βασάνισαν, όχι μόνο σωματικά, αλλά και με τα λόγια τους. Μετά τον παρέδωσαν για να σταυρωθεί.
Η σταύρωση του Ιησού θα γινόταν σε ένα λόφο έξω από την πόλη, που λεγόταν Γολγοθάς. Μέχρι εκείνο το σημείο έδωσαν στον Χριστό να μεταφέρει τον σταυρό μόνος του. Περπατούσε αργά ο Χριστός με τον σταυρό στον ώμο του ανάμεσα στο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί στον δρόμο. Οι περισσότεροι κατηγορούσαν και έβριζαν τον Ιησού και του έλεγαν πως καλά παθαίνει όσο παθαίνει. Ανάμεσά τους όμως υπήρχαν και οι αγνές ψυχές που είχαν πιστέψει στα λόγια του, έκλαιγαν και λυπόντουσαν πολύ που έβλεπαν τον Χριστό να υποφέρει. Κάποια στιγμή ο Χριστός κουράστηκε και έπεσε κάτω. Παρόλο που προσπάθησε να σηκωθεί, δεν τα κατάφερε.
Τότε οι στρατιώτες επέλεξαν έναν άντρα από το πλήθος που παρακολουθούσε, τον Σίμωνα τον Κυρηναίο να βοηθήσει τον Ιησού να κουβαλήσει τον σταυρό του ως τον τόπο του μαρτυρίου του. Σταύρωσαν λοιπόν τον Ιησού και ύψωσαν τον Σταύρο πάνω στον Γολγοθά. Δεξιά και αριστερά του σταύρωσαν και δύο ληστές. Οι άνθρωποι που βρέθηκαν εκεί μαζί με τους αρχιερείς και τους πρεσβυτέρους συνέχιζαν να τον κοροϊδεύουν και να τον βλασφημούν λέγοντας: «Άλλους έσωσε, τον εαυτό του δεν μπορεί να τον σώσει» ή «Αν είσαι Υιός του Θεού, κατέβα τώρα από τον σταυρό». Μαζί με το πλήθος κοροϊδεύει τον Χριστό και ο ληστής που είχε σταυρωθεί στ’ αριστερά του. Τότε ο άλλος ληστής τού είπε: «Πάψε να μιλάς έτσι. Εμείς δίκαια είμαστε εδώ πάνω για όσα εγκλήματα κάναμε και μας αξίζει αυτό που περνάμε. Αυτός όμως τι κακό έκανε;» Και γυρνώντας προς τον Ιησού τού είπε: «Σε παρακαλώ, θυμήσου με όταν πας στη Βασιλεία σου!» Ο Ιησούς τον κοίταξε και του είπε: «Αλήθεια, σου λέω, σήμερα θα είσαι μαζί μου στον Παράδεισο.»
Ο Ιησούς, τότε, είδε τη μητέρα του και τον μαθητή του και είπε στην μητέρα του: «Γυναίκα, να, ο γιος σου.» Έπειτα λέει στον Ιωάννη: «Να, η μητέρα σου.» Κι από εκείνη την ώρα η Παναγία πήγε να μείνει στο σπίτι του Ιωάννη. Ακόμα και πάνω στον σταυρό, την ώρα του μαρτυρίου, ο Ιησούς φρόντισε για τη μητέρα του.
Μετά από λίγο ο Χριστός δίψασε και, αντί να του δώσουν νερό, πήραν ένα σφουγγάρι και το βούτηξαν σε ξίδι και χολή και το έφεραν στα χείλη του. Ο Χριστός, όμως, μόλις το δοκίμασε, δεν ήθελε να πιει και γύρισε το πρόσωπό του από την άλλη.
Στις δώδεκα το μεσημέρι ο ουρανός σκοτείνιασε και έγινε μαύρος, πιο σκοτεινός από νύχτα έως τις τρεις το μεσημέρι. Ο Ιησούς τότε φώναξε δυνατά: «Θεέ μου, θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;» Και μετά από λίγο είπε «Τελείωσε» και άφησε την τελευταία του πνοή. Τότε, για να δουν αν όντως είχε πεθάνει, ένας στρατιώτης τρύπησε με τη λόγχη του το πλευρό του Ιησού και αμέσως βγήκε αίμα και νερό, σημάδι πως ο Χριστός μας δεν ζούσε πια. Αμέσως έγινε σεισμός μεγάλος και το καταπέτασμα του ναού σκίστηκε στα δύο, και οι τάφοι άνοιξαν και βγήκαν έξω οι νεκροί, και η γη σείστηκε και οι βράχοι σχίστηκαν. Οι στρατιώτες που μέχρι εκείνη την ώρα περίμεναν να τελειώσει το βάρβαρο έργο τους, και μάλιστα είχαν κόψει και μοιράσει τον χιτώνα του Χρήστου, φοβήθηκαν με τον σεισμό και όσα είδα να συμβαίνουν και είπαν: «Αληθινά ήταν Υιός του Θεού».
Η λέξη πάθος βγαίνει από το ρήμα πάσχω, δηλαδή παθαίνω. Άρα, λέγονται έτσι, Πάθη, επειδή μας δείχνουν τι έπαθε ο Χριστός για εμάς και Άγια, διότι πάσχει ο άγιος, ο μόνος Άγιος Ιησούς Χριστός.
Όλοι προερχόμαστε από τους πρωτοπλάστους, Αδάμ και Εύα. Έτσι, ολόκληρη η ανθρωπότητα, άρα και εμείς που ζούμε σήμερα στη γη, είμαστε απόγονοι και κληρονόμοι της φύσης εκείνων των δύο πρωτοπλάστων ανθρώπων. Δηλαδή, όπως κληρονομούμε από τη μαμά και τον μπαμπά κάποια χαρακτηριστικά στο πρόσωπο, στο σώμα, στον χαρακτήρα, έτσι κληρονομήσαμε και από τους πρωτοπλάστους την αμαρτωλή μας φύση, αλλά και τον θάνατο. Οι πρωτόπλαστοι, βέβαια, αρχικά δεν δημιουργήθηκαν για να πεθάνουν.
Ο θάνατος ήρθε μετά σε αυτούς, σαν συνέπεια της ανυπακοής τους προς τον Θεό. Ο Θεός τούς είχε προειδοποιήσει «Και ο Κύριος ο Θεός έδωσε προσταγή στον Αδάμ, λέγοντας: Από κάθε δέντρο του παραδείσου θα τρως ελεύθερα, από το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού, όμως, δεν θα φας απ’ αυτό επειδή, την ίδια ημέρα που θα φας απ’ αυτό, θα πεθάνεις» Από τότε, ο άνθρωπος πεθαίνει και σαν συνέπεια, όλοι μας, σαν μακρινοί απόγονοι των δυο εκείνων ανθρώπων, κληρονομούμε τον θάνατο, αλλά και την αμαρτία.
Όχι, ο κάθε ένας από εμάς είναι ελεύθερος να κάνει ή όχι το θέλημα του Θεού. Δηλαδή, εξαρτάται από τον άνθρωπο αν θέλει να ζήσει όπως τον θέλει ο Θεός ή όχι.
Όχι, κανένας άνθρωπος δεν υπήρξε αναμάρτητος. Κανένας άνθρωπος δεν έκανε απόλυτα το θέλημα του Θεού. Κανένας δηλαδή δεν έδειξε απόλυτη υπακοή στον Δημιουργό Θεό. Όλοι αμαρτήσαμε και όλοι αμαρτάνουμε. Η μόνη που έκανε τη μεγαλύτερη υπακοή όλων, παρά την αμαρτωλή της φύση, λόγω του προπατορικού αμαρτήματος είναι η Παναγία μας, που αξιώθηκε γι’ αυτόν τον λόγο να γίνει και Μητέρα Του.
Όχι, επειδή αν ήταν έτσι, θα ήμασταν απόλυτα δικαιολογημένοι μπροστά στον Θεό. Θα λέγαμε “δεν φταίμε εμείς, αλλά ο διάβολος που μας κάνει να αμαρτάνουμε”.
Η πραγματικότητα όμως είναι, πως ο διάβολος, απλά μας προκαλεί να αμαρτήσουμε κάνοντας όντως τα πάντα γι’ αυτό. Η απόφαση όμως, κάθε φορά είναι δική μας, αν θα τον ακούσουμε ή όχι.
Αμαρτία σημαίνει “αστοχία”. Και “αμαρτάνω” σημαίνει: “αστοχώ”.
Δηλαδή, αστοχούμε στο να μοιάσουμε στο Θεό, να γίνουμε δηλαδή Άγιοι. Επίσης, αμαρτία είναι και η ανυπακοή μας στον Θεό (όταν δηλαδή δεν υπάκουμε σε αυτά που μας λέει να κάνουμε).
Η αμαρτία λοιπόν είναι που απομακρύνει τον άνθρωπο από τον Θεό και τον οδηγεί στον θάνατο.
Αν υπήρχε έστω ένας τέλειος άνθρωπος, δηλαδή ένας αναμάρτητος άνθρωπος, αυτό θα είχε συνέπειες για όλους μας, όπως συνέπειες είχε και η αμαρτία του Αδάμ. Επειδή όμως ο Θεός προγνώριζε (δηλαδή ήξερε από την αρχή) ότι δεν θα υπήρχε κανένας άνθρωπος χωρίς αμαρτία, αποφάσισε να έρθει ο Ίδιος στον κόσμο μας και να γεννηθεί όπως όλοι μας. Έτσι λοιπόν, ο Θεός Πατέρας έστειλε τον Υιό Του στον κόσμο, ο οποίος έγινε άνθρωπος σαν κι εμάς.
Άρα, ο Αδάμ μάς χώρισε από τον Θεό,
αλλά, ο Χριστός μας ένωσε ξανά με τον Θεό.
Ο Αδάμ μας έδωσε τον θάνατο,
αλλά, ο Χριστός μας δίνει τη ζωή.
Άρα, ο Χριστός σταυρώθηκε για μας.
Αυτός λοιπόν είναι και ο λόγος που τόσο υπάκουα και χωρίς να διαμαρτυρηθεί, ο Ιησούς δέχθηκε την θανάτωσή Του. Ήξερε πως έτσι θα μας χαρίσει τηβ ζωή. Αυτό ήταν το θεϊκό σχέδιο. Ο αθώος, ο τέλειος και αναμάρτητος ανάμεσα σε ενόχους και άξιους θανάτου, έγινε θυσία για μας, επειδή μας αγάπησε πάρα πολύ.
Κι αφού ο Χριστός είναι τέλειος, αλλά είναι και η ζωή, δεν θα μπορούσε να μείνει νεκρός. Έτσι, βγήκε από τον τάφο Του, δηλαδή αναστήθηκε από τους νεκρούς, και έγινε πραγματικά ο Σωτήρας μας.
Ο Χριστός, ο Σωτήρας μας, έδωσε το φάρμακο που θεραπεύει και την αμαρτωλή μας φύση, αλλά και τον θάνατο. Αυτό είναι το Αίμα και το Σώμα Του, που θυσιάστηκε πάνω στον Σταυρό για μας και μετά από τρεις μέρες αναστήθηκε. Θεραπεύει όλα τα πάθη μας και μας χαρίζει την αιώνια ζωή, δηλαδή μας πάει στον Παράδεισο.