Η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή γεννήθηκε στην Μάγδαλα της σημερινής Συρίας. Οι γονείς της, ο Σύρος και η Ευχαριστία, ήταν πλούσιοι και ονομαστοί στην περιοχή τους. Όταν η Μαρία μεγάλωσε άκουσε για τον Χριστό ο οποίος περιόδευε στην Ιουδαία και κήρυττε το Ευαγγέλιο. Τότε η Αγία θέλησε να πάει στην Ιουδαία, είδε τον Χριστό, άκουσε τα κηρύγματά Του, πίστεψε και γρήγορα έγινε μαθήτρια του Κυρίου. Ο Ιησούς την θεράπευσε από επτά δαιμόνια που την ταλαιπωρούσαν και γνώρισε την ίαση της ψυχής. Η πίστη και η αφοσίωσή της στον Θεάνθρωπο ήταν τόση που δεν έφευγε στιγμή από κοντά Του και ακολούθησε τον Κύριο μέχρι και το Πάθος Του. Μετά τη Σταύρωση ήταν μία από τις Μυροφόρες του Χριστού.
Πιο συγκεκριμένα οι Μυροφόρες μετά τη Σταύρωση του Χριστού, από την πολλή τους αγάπη προς το πρόσωπό Του, αγόρασαν πολύτιμα μύρα για να αλείψουν το πανάγιο σώμα Του. Προς μεγάλη τους έκπληξη όμως βρήκαν τον τάφο κενό και έτρεξαν να αναγγείλουν το θαυμαστό γεγονός στους υπόλοιπους μαθητές. Η Μαρία η Μαγδαληνή είδε τον Κύριο μετά την Ανάστασή Του, Τον οποίο έτρεξε να προσκυνήσει. Μετά την Πεντηκοστή, η Μαρία η Μαγδαληνή πορεύτηκε προς την Ρώμη.
Όταν η Αγία Μαρία επέτρεψε στην Ιερουσαλήμ, ξεκίνησε τον αγώνα της διάδοσης του Ευαγγελίου με άξιο συνεργάτη της τον Απόστολο Μάξιμο, έναν από τους εβδομήκοντα Αποστόλους. Το αποστολικό τους έργο εκνεύρισε τους Ιουδαίους οι οποίοι συνέλαβαν τους δύο εργάτες του Ευαγγελίου και τους έβαλαν σε ένα καράβι χωρίς πανιά και τροφή, με σκοπό αβοήθητοι να πεθάνουν στη θάλασσα. Ό αγαθός Θεός όμως δεν ξέχασε τους δούλους Του και τους οδήγησε στην Μαλαισία της Γαλλίας, για να συνεχίσουν το έργο του κηρύγματός τους και να εκχριστιανίσουν μια πόλη που ήταν γεμάτη άπιστους ειδωλολάτρες. Όταν κατέβηκαν από το πλοίο, είδαν τον κόσμο να τρέχει για να προσφέρει θυσία σε ένα είδωλο που το λάτρευαν ως Θεό. Τότε η Μαρία με παρρησία στάθηκε μπροστά στο πλήθος και άρχισε να λέει:
– Άνδρες της περιοχής αρνηθείτε αυτά τα κούφια και άλαλα είδωλα και πίστεψε στον Ιησού Χριστό και Σωτήρα του κόσμου, ο οποίος θα σας βοηθήσει να λυτρωθείτε από την πλάνη αυτών εδώ των ειδώλων.
Ο κόσμος θαύμαζε τα όμορφα λόγια της Μαρίας και απορούσε για το θάρρος της. Εκείνη τη στιγμή έτυχε να έρθει ο άρχοντας του τόπου μαζί με τη σύζυγό του, για να προσφέρουν θυσία στο είδωλο και να τους βοηθήσει να αποκτήσουν παιδί, γιατί ήταν άτεκνοι. Η Μαρία όμως συνέχισε να διδάσκει για το όνομα του Ιησού Χριστού προκαλώντας μεγάλη απορία. Την ίδια νύχτα η Αγία εμφανίστηκε στον ύπνο της συζύγου του άρχοντα και της είπε:
– Γιατί δεν περιποιείστε αυτούς τους ξένους;
Παράλληλα την πρόσταξε να αναφέρει το όνειρο στον σύζυγό της και να ευσπλαχνιστούν τους ξένους. Η αρχόντισσα φοβήθηκε από το όνειρο, αλλά δεν είπε τίποτα στο σύζυγό της και αποκοιμήθηκε. Η Μαρία εμφανίστηκε πάλι στον ύπνο της αρχόντισσας, αλλά εκείνη πάλι παράκουσε τις εντολές της Αγίας. Τότε η Μαρία εμφανίστηκε συγχρόνως στον ύπνο του άρχοντα και της αρχόντισσας, οι οποίοι έντρομοι ξύπνησαν και πήγαν να συναντήσουν την Αγία.
Όταν ο άρχοντας και η σύζυγός του γνώρισαν τη Μαρία και τον Απόστολο Μάξιμο προσέφεραν στους δύο ξένους φιλοξενία και ό,τι τους ήταν αναγκαίο. Η Μαρία τους κατήχησε και σε λίγο καιρό βαπτίστηκαν.
Ο άρχοντας και η σύζυγός του είχαν τον πόνο τους και ρώτησαν την Αγία αν μπορούσε ο Θεός να τους βοηθήσει να αποκτήσουν ένα παιδάκι. Η Μαρία τους είπε να κάνουν προσευχή. Μέσα σε λίγες ημέρες η αρχόντισσα άρχισε να κυοφορεί. Ο άρχοντας, του οποίου η πίστη είχε δυναμώσει, είχε ακούσει για τον Απόστολο Πέτρο και επιθυμούσε να τον γνωρίσει από κοντά. Η αρχόντισσα ήθελε και αυτή να ταξιδέψει με το σύζυγό της. Βέβαια ο άρχοντας της το αρνήθηκε διότι θεωρούσε ότι, λόγω της εγκυμοσύνης, η γυναίκα του δεν έπρεπε να ταξιδέψει. Η Μαρία όμως με διάκριση έπεισε τον άρχοντα και έτσι το ζευγάρι ταξίδεψε για τα Ιεροσόλυμα. Στη διάρκεια του ταξιδιού έφτασε η ώρα της αρχόντισσας να γεννήσει. Όμως η γέννα παρουσίασε επιπλοκή και πέθανε ο νεογέννητος γιος και η αρχόντισσα μαζί. Μεγάλη θλίψη και δάκρυα κατέβαλαν τον άρχοντα. Με βαριά καρδιά σταμάτησαν σε ένα έρημο νησί και σε μία σπηλιά άφησε τα δύο νεκρά σώματα. Ο άρχοντας με όση δύναμη είχε, ταξίδεψε στα Ιεροσόλυμα και γνώρισε από κοντά τον Απόστολο Πέτρο. Ο Απόστολος στήριξε το δυστυχισμένο άντρα, τον συμβούλεψε να μην λυπάται διότι μπορεί η γυναίκα και το παιδί του να πέθαναν, ζούσαν όμως δίπλα στον Κύριο. Αφού έμεινε δυο χρόνια στα Ιεροσόλυμα, αποφάσισε να επιστρέψει και να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής του κατά το θέλημα του Θεού. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού θέλησε να περάσει από το νησί που είχε θάψει τα δύο αγαπημένα του πρόσωπα. Καθώς πλησίασε στο νησί παρατήρησε ένα παιδί να παίζει στην ακροθαλασσιά. Το παιδί μόλις είδε το καράβι φοβήθηκε και έτρεξε μέσα στη σπηλιά που ήταν η μαμά του. Ο άρχοντας γεμάτος απορία έτρεξε και μπήκε και αυτός στη σπηλιά και τότε αντίκρισε ζωντανούς τη σύζυγο και το παιδί του. Με δάκρυα στα μάτια έσμιξε μετά από χρόνια η οικογένεια. Ο άρχοντας δεν μπορούσε να πιστέψει και ρωτούσα τι συνέβη. Τότε η αρχόντισσα του είπε πως η Αγία Μαρία τους βοήθησε και τους έφερνε τροφή. Όλοι μαζί ευχαρίστησαν και δόξασαν τον Θεό και πήραν τον δρόμο της επιστροφής για το σπίτι τους.
Η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή έζησε λίγα χρόνια στη Μασσαλία και στη συνέχεια πήγε στην Έφεσο κοντά στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο. Εκεί έζησε μέχρι που παρέδωσε την αγία της ψυχή στον Κύριο.
Η εκκλησία ονόμασε την Αγία Μαρία τη Μαγδαληνή,
Ισαπόστολο και τιμά τη μνήμη της στις 22 Ιουλίου.