Ο Απόστολος Ιάκωβος ήταν γιος του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης και ήταν ο μεγαλύτερος αδερφός του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Τα δύο αδέρφια ήταν ψαράδες και είχαν επιχείρηση αλιείας μαζί με τον πατέρα τους. Είχαν βαθιά πίστη και ανήκαν αρχικά, όπως πολλοί άλλοι μαθητές, στην ομάδα των ζηλωτών. Όταν ο Κύριος κάλεσε τον Ιάκωβο να τον ακολουθήσει, ανταποκρίθηκε αμέσως και έκτοτε έγινε πιστός μαθητής του Κυρίου. Έγινε αυτόπτης μάρτυρας πολλών θαυμάτων και περιόδευσε μαζί με άλλους μαθητές σε διάφορες πόλεις της Γαλιλαίας προτρέποντας τους Ιουδαίους να πιστέψουν και να ακολουθήσουν τον Χριστό.
Ο Απόστολος Ιάκωβος μαζί με τον αδελφό του Ιωάννη και τον Πέτρο, αξιώθηκε να παραβρεθεί σε σημαντικά γεγονότα δίπλα στον Κύριο , όπως στη Μεταμόρφωση, στην Ανάσταση της κόρης του Ιαείρου και στον κήπο της Γεσθημανή την ώρα που ο Κύριος αγωνιούσε. Μαζί με τον αδερφό του τον Ιωάννη, ο Κύριος τούς αποκάλεσε «υιούς βροντής».
Μετά την ένδοξο Ανάληψη του Κυρίου Ιησού Χριστού και την Πεντηκοστή, ο Ιάκωβος κήρυξε τον λόγο του Ευαγγελίου σε ολόκληρη την Ιουδαία. Το κήρυγμά του όμως εξόργισε τον βασιλιά Ηρώδη Αγρίππα Α’, ο οποίος κακοποιούσε, βασάνιζε, φυλάκιζε και θανάτωνε τους χριστιανούς και ιδιαίτερα εκείνους που ήταν δραστήριοι. Έτσι συνέλαβαν τον Ιάκωβο και με βίαιο τρόπο τον αποκεφάλισε θέλοντας να σταματήσει το ενοχλητικό του κήρυγμα. Το μαρτύριο του Ιακώβου ήταν το δεύτερο κατά σειρά μετά το λιθοβολισμό του Πρωτομάρτυρα Στέφανου. Ο θάνατος του στερέωσε την πίστη των άλλων Αποστόλων και γενικότερα των χριστιανών και έδωσε αφορμή για περισσότερες θυσίες και μαρτύρια υπέρ του ονόματος του Χριστού.
Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αποστόλου Ιακώβου
του Ζεβεδαίου στις 30 Απριλίου.