Ένας από τους δώδεκα μαθητές του Χριστού ήταν ο αδερφός του Αποστόλου Πέτρου, ο Ανδρέας. Καταγόταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας και μαζί με τον πατέρα του, Ιωνά, απασχολούνταν με την αλιεία. Η οικογένειά του ήταν φτωχή και δεν υπήρχε οικονομική άνεση να σπουδάσουν ο Ανδρέας και ο Πέτρος. Ο Ανδρέας ήταν νεώτερος του Πέτρου και δεν νυμφεύθηκε, όπως είχε κάνει ο αδερφός του. Είχε ιδιαίτερη έφεση για τα πνευματικά ζητήματα και ήταν μαθητής του Ιωάννου του Προδρόμου. Επειδή δεν είχε οικογένεια, περνούσε περισσότερο χρόνο δίπλα στον Πρόδρομο και άκουγε το κήρυγμά του. Μια μέρα που ο Ανδρέας ήταν μαζί με τον Ιωάννη τον Θεολόγο και άκουγαν τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, τους πήρε ο Πρόδρομος και τους έδειξε τον Χριστό, λέγοντάς τους:
-«Ιδού ο αμνός του Θεού ο αἴρων την αμαρτία του κόσμου», που σημαίνει, να το αρνί του Θεού, που θα θυσιαστεί για τις αμαρτίες όλου του κόσμου.
Οι δύο μαθητές σάστισαν και ακολούθησαν τον Ιησού. Τον γνώρισαν, του μίλησαν, συζήτησαν μαζί Του για αρκετή ώρα. Όταν έφυγαν, η καρδιά τους ήταν πλημμυρισμένη από χαρά επειδή είχαν βρει το Μεσσία. Ο Ανδρέας αμέσως έτρεξε να μιλήσει για τη γνωριμία του με τον Μεσσία στον αδερφό του Πέτρο και στον φίλο του Φίλιππο. Μετά από λίγο καιρό, όταν ήρθε η ώρα της δράσης Tου Χριστού, ο Ιησούς κάλεσε πρώτα τον Ανδρέα να Τον ακολουθήσει και να γίνει μαθητής Του, για αυτό και ονομάστηκε Πρωτόκλητος. Ο Ανδρέας δίχως καμία σκέψη εγκατέλειψε τις κοσμικές έγνοιες και ακολούθησε τον Διδάσκαλο. Τον ακολουθούσε πάντοτε και αφιερωνόταν κάθε μέρα όλο και πιο πολύ στο Χριστό. Η καρδιά του ήταν δοσμένη σε Αυτόν.
Οι μαθητές του Χριστού, μετά την Πεντηκοστή, έπρεπε να εκτελέσουν την εντολή που τους έδωσε ο Χριστός για τη διάδοση του Ευαγγελίου στον κόσμο. Ο Ανδρέας καλείται να κηρύξει στη μεγάλη χώρα της Βιθυνίας της Μικράς Ασίας. Έπειτα είχε να συνεχίσει και να κηρύξει στη Θράκη, στη Θεσσαλία και στη Νότια Ελλάδα. Ο Ανδρέας δεν δίσταζε και με όπλο του την πίστη και την προσευχή ξεκίνησε την περιοδεία του από τα Ιεροσόλυμα. Αρχικά πέρασε από πολλές περιοχές: την Τραπεζούντα, τη Νίκαια, τη Νικομήδεια, τη Χαλκηδόνα, την Προποντίδα και τη Σινώπη. Διδάσκει, κηρύττει, κατηχεί και βαπτίζει. Ίδρυε νέες εκκλησίες και χειροτονούσε νέους ιερείς.
Πολλοί άνθρωποι αντιδρούσαν και τον εξύβριζαν, άλλοι όμως πίστεψαν και βρήκαν ανάπαυση στο λόγο του Θεού. Στη Σινώπη όμως διώχθηκε και βασανίστηκε. Οι κάτοικοι αυτής της πόλης ήταν άγριοι και απολίτιστοι. Τα λόγια του Ευαγγελίου δεν έβρισκαν χώρο να καρποφορήσουν στις καρδιές τους. Έπιασαν τον Ανδρέα, τον χτύπησαν, του έδεσαν τον λαιμό του με σχοινί και τον έσυραν σε όλους τους δρόμους της πόλης μέχρι να πεθάνει. Μετά πέταξαν το ταλαιπωρημένο σώμα του Αγίου στην κοπριά νομίζοντας ότι είχε ξεψυχήσει. Τη νύχτα όμως ο Σωτήρας Χριστός παρουσιάστηκε και γιάτρεψε τις πληγές του Ανδρέα και τον προέτρεψε να συνεχίσει το αποστολικό του έργο, ενώ στην πόλη της Σινώπης έγινε κατακλυσμός και πέθαναν πολλοί κάτοικοι. Μετά από αυτή τη θεομηνία, όταν είδαν τον Ανδρέα θεραπευμένο και υγιέστατο, μετενόησαν και ζήτησαν από τον Απόστολο να τους κατηχήσει και να τους βαπτίσει.
Ο Ανδρέας συνέχισε την περιοδεία του και τη δράση του περνώντας από τα Ανατολικά μέρη της Μαύρης Θάλασσας στους Αλανούς, τους Αβασγούς και τη Σεβαστούπολη. Έπειτα έφτασε στην Κωνσταντινούπολη (τότε Βυζάντιο) και βάπτισε πλήθος χριστιανών. Ο Απόστολος Ανδρέας θεωρείται ιδρυτής της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης και τιμάται ως πολιούχος της. Η αποστολική δράση του Ανδρέα συνεχίστηκε στον Ελλαδικό χώρο και έφτασε στη Θράκη, στη Θεσσαλία, στην Πελοπόννησο και συγκεκριμένα στη πόλη της Πάτρας. Στην Πάτρα αρχικά ο Ανδρέας φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Σωσσίου, τον οποίο είχε θεραπεύσει από μια ανίατη ασθένεια που έπασχε. Εκεί ο Ανδρέας μίλησε για τον Χριστό, θεράπευσε αρρώστους και πολέμησε την ειδωλολατρία.
Κάποια μέρα αρρώστησε η Μαξιμίλλα, η σύζυγος του ηγεμόνα της πόλης των Πατρών, Αιγεάτη. Κανείς γιατρός δεν μπορούσε να θεραπεύσει την αρρώστια. Ο Αιγεάτης ήταν πολύ στενοχωρημένος που έβλεπε ότι η γυναίκα του δεν μπορούσε να γιατρευτεί. Τότε κάποιοι κάτοικοι του συνέστησαν να φωνάξει τον Ανδρέα. Έτρεξαν και τον παρακάλεσαν να βοηθήσει τη Μαξιμίλλα.
Ο Απόστολος τότε πήγε στο σπίτι του ηγεμόνα και αφού προσευχήθηκε την θεράπευσε. Ο Αιγεάτης, πνευματικά τυφλός, αφού ήταν αδιάφορος για την αλήθεια, νόμιζε ότι ο Ανδρέας ήταν ένας μεγάλος γιατρός και του πρόσφερε χρήματα πολλά, ο Ανδρέας όμως δεν δέχτηκε την αμοιβή και βρήκε την ευκαιρία να του μιλήσει για τον Χριστό και την Ανάστασή Του.
Ο Απόστολος Ανδρέας συνέχισε τον αγώνα του κηρύττοντας και βαπτίζοντας. Με τα θεόπνευστα λόγια του βοηθούσε να μετανοήσουν όλο και περισσότεροι κάτοικοι της Πάτρας. Όταν χρειάστηκε να πάει ο Αιγεάτης στην Ρώμη, ως αντικαταστάτης του ήρθε ο αδερφός του Στρατοκλής. Ο Στρατοκλής είχε μαζί του έναν υπηρέτη τον Αλκμάνα, ο οποίος αρρώστησε βαριά και, όπως στην περίπτωση της Μαξιμίλλας, μόνο ο Απόστολος μπόρεσε να τον θεραπεύσει. Εκείνη την ημέρα ο Απόστολος κήρυξε στον ηγεμόνα και τους αυλικούς το Ευαγγέλιο, στο οποίο πίστεψαν και βαπτίστηκαν τόσο ο Στρατοκλής όσο και η Μαξιμίλλα.
Όταν ο Αιγεάτης επέστρεψε από τη Ρώμη βρήκε την γυναίκα του διαφορετική, νήστευε, προσευχόταν στον Χριστό και σταμάτησε να λατρεύει τα είδωλα. Απορημένος ο Αιγεάτης θέλησε να πλησιάσει την γυναίκα του, εκείνη όμως τον απομάκρυνε λέγοντάς του πως αν δεν πιστέψει στον Χριστό να μην την υπολογίζει για γυναίκα του. Αυτό εξόργισε τον ηγεμόνα και επειδή γνώρισε ότι ο Απόστολος δίδαξε την γυναίκα του, διέταξε να συλλάβουν τον Ανδρέα. Ο Στρατοκλής, η Μαξιμίλλα και άλλοι χριστιανοί έτρεξαν στις φυλακές για να συναντήσουν τον Ανδρέα. Μόλις έφτασαν, μετά από προσευχή του Αποστόλου, οι πόρτες των φυλακών άνοιξαν και όλοι βρέθηκαν δίπλα στον δάσκαλό τους. Ο λόγος του Ανδρέα δυνάμωσε τις ψυχές των χριστιανών, συνέχισε να τους διδάσκει τις αλήθειες του Ευαγγελίου και τους συμβούλεψε να μην προκαλέσουν φασαρίες. Εκεί που ήταν μέσα στην φυλακή ο Απόστολος τέλεσε το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και χειροτόνησε Επίσκοπο τον Στρατοκλή.
Την άλλη μέρα όταν ο Αιγεάτης έμαθε τα γεγονότα εξοργίστηκε ακόμα περισσότερο και διέταξε να βασανίσουν τον Ανδρέα μέχρι να μετανοήσει και να θυσιάσει στα είδωλα. Κανένα όμως από τα βασανιστήρια δεν μπόρεσε να λυγίσει και να αλλάξει την πίστη του Αποστόλου, διότι γνώρισε πως τα παθήματα και τα βάσανα της πρόσκαιρής αυτής ζωής δεν μπορούσαν να συγκριθούν με τη μέλλουσα δόξα του παραδείσου (Προς Ρωμ. Κεφ. 8, στιχ. 18).
Μετά από αυτά ο Αιγεάτης διέταξε να σταυρώσουν τον Ανδρέα, ο οποίος χάρηκε. Σταύρωσαν τον Ανδρέα χιαστί και μέχρι να παραδώσει την ψυχή του στον Κύριο συνέχισε να διδάσκει. Ο λαός όμως αντέδρασε και κινήθηκε εναντίον του Αιγεάτη για την άδικη πράξη του, ο οποίος γεμάτος τύψεις για την πράξη του και στεναχώρια για την άρνηση της Μαξιμίλλας, κινούμενος από τον διάβολο αυτοκτόνησε.
Το σώμα του Αποστόλου Ανδρέα κατέβασαν από τον σταυρό ο Στρατοκλής και η Μαξιμίλλα και το ενταφίασαν με τιμή.
Η μνήμη του Αποστόλου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου
-Πολιούχου της Πάτρας-
εορτάζεται στις 30 Νοεμβρίου.