Ο αρχιστράτηγος και διάδοχος του ελληνικού θρόνου Κωνσταντίνος προήλασε ταχύτατα, ύστερα από προτροπή του Βενιζέλου, κατά της Θεσσαλονίκης, όπου έφτασε με ισχυρές δυνάμεις, και αξίωσε από τον Τούρκο διοικητή Χασάν Ταχσίν πασά την παράδοση της πόλης την 26η Οκτωβρίου 1912.
Πράγματι, ο Τούρκος διοικητής παρέδωσε την πόλη στους Έλληνες πολιορκητές, όταν δε έφτασαν εν σπουδή ισχυρές βουλγαρικές στρατιωτικές δυνάμεις και ζήτησαν να παραδοθεί και στους Βουλγάρους η πόλη, ο Χασάν Ταχσίν πασάς απάντησε πως η Θεσσαλονίκη είχε ήδη αλλάξει κυρίαρχο.
Ο Ταχσίν Πασάς υπήρξε μια δραματική φυσιογνωμία και ο ρόλος του στην αναίμακτη παράδοση αλλά και τη μη καταστροφή της Θεσσαλονίκης ήταν καθοριστικός.
Γεννήθηκε στο χωριό Μεσαρέ της Αλβανίας και ήταν γόνος της ευγενούς αλβανικής οικογενείας των Μεσαρέ. Σπούδασε στη Ζωσιμαία Σχολή των Ιωαννίνων και μιλούσε άπταιστα ελληνικά.
Ως αξιωματικός του οθωμανικού στρατού υπηρέτησε για σαράντα χρόνια στην Κρήτη, τη Θεσσαλία, την Κωνσταντινούπολη, την Ήπειρο, την Αλβανία, και αλλού. Τον καιρό του Α ΄Βαλκανικού Πολέμου ήταν διοικητής της 8ης Στρατιάς του Αυτοκρατορικού Οθωμανικού Στρατού της Μακεδονίας. Μετά τη νικηφόρο προέλαση του ελληνικού στρατού στη Μακεδονία έδωσε αμυντική μάχη με σκοπό να ανακόψει την πορεία του ελληνικού στρατού προς τη Θεσσαλονίκη. Η ελληνική νίκη όμως ήταν αποφασιστική και αυτό ώθησε τον Χασάν Ταχσίν Πασά να συνθηκολογήσει άνευ όρων και να παραδώσει την πόλη της Θεσσαλονίκης και 25.000 αιχμαλώτους στον ελληνικό στρατό, ενέργεια για την οποία καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο ως προδότης. Μετά το πέρας των πολέμων έζησε στη Γαλλία και κατόπιν στην Ελβετία, όπου στάλθηκε από την κυβέρνηση Βενιζέλου για λόγους ασφάλειας και υγείας. Πέθανε στη Λωζάννη το 1918.
Τα οστά του μεταφέρθηκαν το 1937 στον οικογενειακό τάφο των Μεσαρέ στο αλβανικό νεκροταφείο της Τριανδρίας στη Θεσσαλονίκη. Από το 2002 βρίσκονται θαμμένα στο Στρατιωτικό Νεκροταφείο των Βαλκανικών Πολέμων στη Γέφυρα κοντά στη βίλα Μοδιάνο, που σήμερα λειτουργεί ως Μουσείο Βαλκανικών Πολέμων.
Είχε νυμφευτεί εξισλαμισμένη Ελληνίδα και γιος του ήταν ο ζωγράφος Κενάν Μεσαρέ.
Ο Χασάν Ταχσίν πασάς επικρίθηκε έντονα τα επόμενα χρόνια για την απόφασή του να παραδώσει αμαχητί τη Θεσσαλονίκη. Ο ίδιος στις αναμνήσεις του δικαιολογεί εκείνη την απόφασή του και χαρακτηρίζει τραγική την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η οθωμανική φρουρά της πόλης.
«Βρέθηκα μπροστά στο τραγικό δίλημμα της έσχατης αντίστασης ή της παράδοσης υπό όρους με την ευχή του λαού της πόλης, των πολιτικών Αρχών και των προξένων», σημειώνει. «Αφού αντιλήφθηκα με βαθύτατη ψυχική οδύνη ότι ήταν αδύνατο να συνεχισθεί ο αγώνας και ότι κάθε περαιτέρω προσπάθεια ήταν μάταιη, πήρα την τραγική αλλά αναπόφευκτη πλέον απόφαση να διαπραγματευθώ με τον αντίπαλο… .Έτσι έληξε άδοξα και συντριπτικά για μας ο αγώνας και θριαμβευτικά για τον αντίπαλο. Η Θεσσαλονίκη χάθηκε αλλά και σώθηκε. Έχω την συνείδηση ότι έπραξα το καθήκον μου. Η ιστορία ας με κρίνει…».
Κάνει εδώ ο Ταχσίν Πασάς και μια αποκάλυψη. Ο Βούλγαρος αρχιστράτηγος έστειλε απεσταλμένους με λευκή σημαία, εκφράζοντας δυσαρέσκεια για την παράδοση της Θεσσαλονίκης στους Έλληνες. «Υπενθύμισα σ’ αυτούς τους κυρίους ότι η στρατιά που είχα υπό τας διαταγές μου είχε μοναδικό αντίπαλο τον Ελληνικό στρατό, εναντίον του οποίου και πολέμησε από την Ελασσόνα μέχρι την Θεσσαλονίκη, δίνοντας σκληρές μάχες σε διάφορα μέρη, όπου κανένας Βούλγαρους δεν υπήρχε. Όσο για το ζήτημα της παράδοσης, αυτό αφορούσε εμένα και μόνον και δεν είχα να δώσω λόγο σε κανέναν. Έχω μόνο μία Θεσσαλονίκη, την οποία έχω ήδη παραδώσει». Οι Βούλγαροι φυσικά δεν τον συγχώρεσαν, αλλά κυρίως οι δικοί του, που τον καταδίκασαν «ερήμην εις θάνατον
Ο Κενάν μπέης Μεσσαρέ, γιος του Χασάν Ταχσίν Πασά και αξιωματικός του επιτελείου του, ηλικίας τότε 23 ετών, αναφέρει μια ιστορία δωροδοκίας από τους Βουλγάρους. «Αφού οι Βούλγαροι είδαν πως με την διπλωματία δεν κερδίζουν την Θεσσαλονίκη, ο πρεσβευτής Στάντσιεφ εξέφρασε την επιθυμία να μου ομιλήσει ιδιαιτέρως, έβγαλε από το χαρτοφυλάκιόν του μίαν επιταγήν επί Λονδίνου, δια ένα τεράστιον ποσόν και ψιθυρίζων μου έδωσε να καταλάβω ότι ήτο το αντίτιμον μιας απλής υπογραφής του πατρός μου. Έμεινα σαν κεραυνόπληκτος, έτρεμα ολόκληρος και με αργά βήματα επέστρεψα εις το γραφείον. Όταν παρουσιάσθη ο κ. πρέσβης ήτο κάτωχρος. Πεισθέντες ότι παρ’ όλας τας απειλάς, ύβρεις και βαναυσότητας δεν θα απεκόμιζαν τίποτε, μας παρεκάλεσαν να τους παραχωρήσουμε αντίγραφον του πρωτοκόλλου, το οποίον ητοιμάσθη αμέσως».
Λέγεται ότι ο Ταχσίν Πασάς δέχθηκε την άνευ όρων παράδοση της Θεσσαλονίκης στους Έλληνες από την αγάπη του για την πόλη και την επιθυμία του να μην γίνουν καταστροφές από τους βομβαρδισμούς και τις μάχες που θα ακολουθούσαν. Κάτι που φαίνεται πως δεν απέχει πολύ απο την αλήθεια, γιατί στη συνέχεια το αποτέλεσμα ήταν να πεσει στη δυσμένεια των Τούρκων. Διέθετε 30.000 στρατό και αν γινόταν μάχη, από τους βομβαρδισμούς θα καταστρεφόταν οι υποδομές της, το λιμάνι, οι γέφυρες, πολλά ιστορικά κτίρια, σπίτια κλπ.
Διαβάζω και το παρακάτω υλικό (διαφάνειες 8 έως 40):