Το 1891, ιδρύθηκε στη Γενεύη η μυστική οργάνωση «Ένωση – Πρόοδος» που έβαλε σκοπό να εκσυγχρονίσει το κράτος, να πετύχει τον φιλελεύθερο μετασχηματισμό του και να το εδραιώσει στα εδάφη που κατείχε. Τα μέλη της έμειναν στην ιστορία με το όνομα «Νεότουρκοι». Στη στροφή του 19ου προς τον 20ό αιώνα, ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ κυβερνούσε απολυταρχικά την Οθωμανική αυτοκρατορία και αντιστρατευόταν κάθε φιλελεύθερη κίνηση.
Αρχές του 20ού αιώνα, η έδρα της οργάνωσης μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη (1906), όπου είχε συγκροτηθεί ο πυρήνας της οργάνωσης αλλά και χρηματοδότες της ανάμεσα στους πλούσιους εμπόρους της εποχής.
Οι περισσότεροι Νεότουρκοι αξιωματικοί ήταν μορφωμένοι και διακατέχονταν από φιλελεύθερες πολιτικές ιδέες. Διακήρυτταν την ανάγκη παροχής ελευθεριών στο λαό, εκσυγχρονισμού του τουρκικού κράτους και πολιτικοκοινωνικών μεταρρυθμίσεων, που ενθουσίαζαν τις διάφορες μικρές ή μεγάλες εθνότητες που υπήρχαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Το κίνημα, που στρεφόταν κατά της απολυταρχίας και του ιδίου του σουλτάνου, ονομάστηκε «Ένωση – Πρόοδος» και είχε ως σύνθημά του τις λέξεις «Ισότης – Αδελφότης – Ελευθερία».
Στις 10 Ιουλίου του 1908, ο ηγέτης των Νεότουρκων, Εμβέρ μπέης, κήρυξε την επανάσταση που στόχο είχε την επαναφορά του καταργημένου Συντάγματος του 1876 και την «οθωμανική ισότητα», την ισοπολιτεία για όλους ανεξάρτητα από γένος και θρησκεία. Δύο σώματα στρατού ετοιμάστηκαν να βαδίσουν εναντίον της Κωνσταντινούπολης κάτω από την ηγεσία του.
Όλες οι προσπάθειες του Σουλτάνου να σταματήσει την ανταρσία αποδείχτηκαν μάταιες: η μια μετά την άλλη οι στρατιωτικές μονάδες που έστελνε, αυτομολούσαν αμέσως. Στις 28 Ιουλίου ο Αμπντούλ Χαμίντ αναγκάστηκε να αποδεχτεί την ήττα του και να συνθηκολογήσει: το Σύνταγμα του 1876 τέθηκε και πάλι σε ισχύ.
Ο σουλτάνος εξέδωσε φιρμάνι στις 11 του μήνα, σύμφωνα με το οποίο επαναφερόταν το Σύνταγμα, παρεχόταν ελευθεροτυπία, σταματούσε το φακέλωμα των πολιτών και προκηρύσσονταν εκλογές. Η αναίμακτη τροπή των πραγμάτων προκάλεσε αληθινό ενθουσιασμό στους πληθυσμούς της αυτοκρατορίας, ενώ στη Μακεδονία Βούλγαροι και Έλληνες αποφάσισαν να καταθέσουν τα όπλα.
Το νεοτουρκικό κίνημα του 1908 με τις αρχικά φιλελεύθερες επαγγελίες του στάθηκε αφορμή να τερματιστεί ο Μακεδονικός Αγώνας και η δράση των Ελλήνων αξιωματικών. Η Ελληνική κυβέρνηση ανακάλεσε τον Ιούνιο του 1908 όσους αξιωματικούς βρίσκονταν ακόμα στη Μακεδονία και τους απέσπασε, ώσπου να τοποθετηθούν σε κανονικές μονάδες.
«Στις 23 Ιουλίου 1908 οι νέοι αξιωματικοί της Επιτροπής Ενώσεως και Προόδου διακήρυξαν την αποκατάσταση του Συντάγματος του 1876 σε πολλές άλλες πόλεις της Μακεδονίας. Στη μακεδονική πόλη της Δράμας π.χ. το απόγευμα της 23ης Ιουλίου έφθασαν με τραίνο απ’ τη Θεσσαλονίκη εκατό στρατιώτες και 20 περίπου αξιωματικοί υπό την αρχηγία ενός νέου αξιωματικού που ονομαζόταν Ρουσέν. Ο τελευταίος, σε λόγο που εκφώνησε, είπε ότι έπρεπε να τεθεί τέλος στις φυλετικές και θρησκευτικές διακρίσεις και έριξε στο πλήθος συνθήματα όπως “Πατρίδα, ελευθερία, ισότητα και αδελφότητα”. Σε διάστημα μόλις δύο ωρών οι περισσότεροι κάτοικοι της Δράμας, ορθόδοξοι και μουσουλμάνοι, εκδήλωσαν με όρκο την αφοσίωση τους στο Σύνταγμα.
Λίγο αργότερα όμως οι Νεότουρκοι επιχείρησαν να εκτουρκίσουν όλους τους πληθυσμούς του ευρωπαϊκού τμήματος της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η πολιτική αυτή πρωτοδιατυπώθηκε ρητώς κατά το πρώτο ανοιχτό συνέδριο του Κόμματος Ένωση και Πρόοδος, που έλαβε χώρα στην Θεσσαλονίκη τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο του 1911.
Εκεί στο συνέδριο της Θεσσαλονίκης το 1911αναγγέλθηκαν πολιτικές αφοπλισμού των Χριστιανών, απαγόρευσης αγοράς ακίνητης περιουσίας, μετεγκαταστάσεως Μουσουλμανικών πληθυσμών και πλήρους εξοθωμανισμού όλων των Τούρκων υπηκόων, διά της πειθούς ή διά της βίας.
Ο Αβδούλ Χαμίτ κηρύσσεται έκπτωτος, καθαιρέθηκε και οδηγήθηκε στη Θεσσαλονίκη σε κατ’ οίκον περιορισμό στη βίλλα Αλλατίνη, το κτήριο που σήμερα στεγάζει την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας. Νέος σουλτάνος ανακηρύχθηκε ο αδερφός του, Ρεσάτ, με το όνομα Μωάμεθ Ε’ (1844 – 1918). Ήταν ό,τι πιο βολικό μπορούσαν να βρουν οι «Νεότουρκοι»: Άνθρωπος αμόρφωτος που ποτέ στη ζωή του δεν είχε βγει από το παλάτι, ιδανικός για μαριονέτα του κομιτάτου.
Έχοντας εξασφαλίσει τον έλεγχο της εξουσίας, οι Νεότουρκοι έδειξαν το αληθινό τους πρόσωπο. Πίσω από τον φιλελευθερισμό τους κρυβόταν ο άκρατος εθνικισμός που στρεφόταν κυρίως εναντίον των έτσι κι αλλιώς μισητών Ελλήνων. Η «οθωμανική ισότητα» θα επερχόταν με τον εκτουρκισμό όλων των εθνοτήτων της επικράτειας.
Τα ελληνικά, σερβικά, βουλγαρικά κ.λπ. σχολεία μπήκαν κάτω από τον άγρυπνο έλεγχο της κεντρικής εξουσίας, οι νόμοι για τη λειτουργία των εκκλησιών προκάλεσαν την αγανάκτηση των χριστιανών και ο νόμος για τον γενικό αφοπλισμό των κατοίκων έδωσε την ευχέρεια στη χωροφυλακή να προβαίνει σε πλήθος αυθαιρεσιών με εισβολές και έρευνες στα σπίτια και βιαιοπραγίες.
Οι συμμορίες των Βουλγάρων κομιτατζήδων αντέδρασαν πρώτες. Οι Νεότουρκοι απάντησαν με σφαγές του βουλγαρικού πληθυσμού. Η δολοφονία του μητροπολίτη Γρεβενών ανάγκασε στον πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης να κηρύξει την εκκλησία «σε διωγμό» και να καταγγείλει ως ανύπαρκτη την «οθωμανική ισότητα».
Για την ακεραιότητα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, όμως, είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση. Υπό την πίεση του κινήματος τα χριστιανικά έθνη των Βαλκανίων προετοίμασαν από κοινού αγώνα κατά των Τούρκων. Προετοιμάζεται δηλαδή στους υπόδουλους λαούς των Βαλκανίων το έδαφος για τη διεξαγωγή των Α΄ και Β΄ βαλκανικών πολέμων του 1912 και 1913.