Το στρατιωτικό Κίνημα στο Γουδή το 1909 υπήρξε ένα καθοριστικό συμβάν στην εξέλιξη της σύγχρονης Ελλάδας. Συνέβη σε μια κρίσιμη καμπή για το ελληνικό κράτος, το οποίο προσπαθούσε να συνέλθει και να αναδιοργανωθεί δεκαέξι χρόνια μετά την «περίφημη» πτώχευση του 1893 και δώδεκα χρόνια μετά τον καταστροφικό πόλεμο του 1897.
Η Θεσσαλία, τα Επτάνησα και η Άρτα είχαν προστεθεί στην ελληνική επικράτεια, το Κρητικό Ζήτημα είχε πάρει μια ευνοϊκή τροπή για τα ελληνικά συμφέροντα, παρά τις προσωρινές καθυστερήσεις στην υπόθεση της ένωσης, ενώ παράλληλα στην Μακεδονία τα άτακτα ελληνικά τμήματα εδραίωναν ολοένα και περισσότερο τη θέση τους.
Ένα ενιαίο σύστημα δημόσιας διοίκησης και εκπαίδευσης είχε εμπεδωθεί, είχαν πραγματοποιηθεί θετικά βήματα, όπως η θέσπιση του δικαιώματος καθολικής ψηφοφορίας για όλους τους άνδρες – μία κατάκτηση που σε πολλές χώρες της Ευρώπης δεν ήταν αυτονόητη εκείνη την εποχή – γεγονός που συνέβαλε σημαντικά στην εξομάλυνση της πολιτικής ζωής.
Υπήρξε μέριμνα για την αναδιοργάνωση του στρατού, μέσω της ψήφισης νόμων που έθεταν τον στρατό υπό ενιαία διοίκηση, ιδρύθηκε το Ταμείον του Εθνικού Στόλου. Επιπλέον, έγιναν μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές ασκήσεις με τη συμμετοχή ενός σημαντικού αριθμού εφέδρων και ιδρύθηκε το Ταμείο Εθνικής Αμύνης για τον απρόσκοπτο και επαρκή εφοδιασμό του στρατού με νέου τύπου όπλα και πολεμοφόδια, εκσυγχρονίστηκαν οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις και προστέθηκαν νέα πολεμικά πλοία στον στόλο. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι κυβερνήσεις Θεοτόκη ήταν αυτές που κυρίως διεξήγαγαν με επιτυχία τον Μακεδονικό Αγώνα, σχεδιάζοντας τις πολεμικές επιχειρήσεις και αποστέλλοντας άνδρες και πολεμοφόδια παρά τις αντικειμενικά δύσκολες συνθήκες.
Σε δημοσιονομικό επίπεδο, υπήρχαν δυσκολίες λόγω των σκληρών οικονομικών μέτρων που είχε θέσει ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος. Στην εξωτερική πολιτική, αναζητήθηκαν τρόποι εξόδου της Ελλάδας από τη διπλωματική απομόνωση στην οποία είχε περιέλθει μετά την ήττα του 1897 αλλά και τις διαθέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων για τα συμφέροντά τους στον βαλκανικό χώρο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η Ελλάδα ακολούθησε την πολιτική της άψογης στάσης, εναρμονίζοντας δηλαδή την ελληνική εξωτερική πολιτική με τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων στην περιοχή, ελπίζοντας σε ανταλλάγματα και ευνοϊκότερες τοποθετήσεις εκ μέρους τους. Αυτή η πολιτική αποτέλεσε αντικείμενο έντονων διαξιφισμών στην Ελλάδα, καθώς κατηγορήθηκε από τον τύπο και μεγάλη μερίδα του λαού ως δουλοπρεπής και ταπεινωτική. Η πλειοψηφία του ελληνικού Τύπου υποδαύλιζε αυτή την δυσαρέσκεια, αποδίδοντας τα προβλήματα μόνο στους πολιτικούς και την προβληματική λειτουργία των υπαρχόντων πολιτικών κομμάτων.
Διάφοροι παράγοντες, όπως η κρίση της Ανατολικής Ρωμυλίας το 1886 και η συνακόλουθη πίεση σε διπλωματικό και δημοσιονομικό επίπεδο, η συνεχής αύξηση της φορολογίας, ο αναβρασμός στο στράτευμα μετά την ταπεινωτική ήττα του 1897, οι αδυναμίες του τότε πολιτικού συστήματος, το αντιδυναστικό κλίμα και η επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου το 1898 διαμόρφωναν ένα εκρηκτικό μίγμα στην Ελλάδα. Στο επίκεντρο της προβληματικής αυτής βρισκόταν η Μεγάλη Ιδέα και ο πόθος της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων, μέσα και έξω από την ελληνική επικράτεια, να ενωθούν σ’ ένα ενιαίο κράτος.
Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, μία συνωμοτική οργάνωση εντός του στρατού, αποτελούμενη από κατώτερους αξιωματικούς, κυρίως υπολοχαγούς και λοχαγούς, έγινε ο καθρέφτης αυτής της διογκούμενης κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Αρχικά, η ηγεσία του Συνδέσμου προσφέρθηκε σε κάποιους αξιόλογους στρατιωτικούς οι οποίοι όμως εξέφρασαν την άρνησή τους. Εν τέλει, ο συνταγματάρχης Νικόλαος Ζορμπάς, ανέλαβε την ηγεσία του Συνδέσμου. Οι πηγές της εποχής τον περιγράφουν ως μετριοπαθή, εύστροφο, μορφωμένο, εργατικό και έντιμο. Ωστόσο, αξιωματικοί – μέλη του Συνδέσμου – του καταλόγιζαν εμπάθεια και ατολμία. Παρόλα αυτά, η απόφασή του να αναλάβει την ηγεσία του Συνδέσμου απαιτούσε θάρρος. Στη συνέχεια, ο ψύχραιμος και μετριοπαθής χαρακτήρας του έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στις προσπάθειες ελέγχου των πιο «θερμόαιμων» αξιωματικών.
Στην επιφάνεια, τα κύρια θέματα που απασχολούσαν τα μέλη του Στρατιωτικού Συνδέσμου ήταν η επαγγελματική εξέλιξή τους, οι επιπτώσεις που είχε η σφικτή οικονομική πολιτική στο εισόδημά τους, η κατάσταση του στρατεύματος και η δυσφορία τους για την προνομιακή και αντισυνταγματική θέση των βασιλοπαίδων στο στράτευμα και τον αυταρχικό τρόπο διοίκησης του διαδόχου Κωνσταντίνου.
Τα αίτια του Κινήματος του 1909 πρέπει να αναζητηθούν στη δυσλειτουργία του πολιτικού συστήματος της εποχής εκείνης, την οικονομική στενότητα – επακόλουθο της χρεοκοπίας του 1893 – και τις διεθνείς εξελίξεις στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η αντίδραση σε αυτή την διαρκώς διογκούμενη κρίση ξέσπασε εν τέλει στις 15 Αυγούστου 1909 με το Κίνημα του Γουδή, του οποίου κατευθυντήριος δύναμη υπήρξε ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος.
Δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Έντονες φημολογίες για την διοργάνωση επικείμενου στρατιωτικού κινήματος κυκλοφορούσαν ήδη από τον Μάιο του 1909 στην Αθήνα. Μόλις ξέσπασε, η μεγάλη πλειοψηφία των Αθηναίων τάχθηκε στο πλευρό των κινηματιών. Το κίνημα κυριάρχησε αναίμακτα στην ελληνική πρωτεύουσα, χωρίς να συναντήσει ουσιαστική αντίσταση. Έγινε μέσα σε μια διάθεση ελαφρά, ολοφάνερα, χωρίς σχεδόν καμία προφύλαξη. Πλήθος κόσμου είχε μαζευτεί στη λεωφόρο Κηφισίας και στους Αμπελόκηπους. Οι πολίτες συγκεντρώνονταν έξω από το στρατόπεδο του Γουδή με ενθουσιασμό.
Αν και τα αιτήματα του Στρατιωτικού Συνδέσμου είχαν θολό περιεχόμενο. μιλούσαν για μια γενικότερη πολιτική αλλαγή, μεταρρυθμίσεις στην παιδεία και εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης και του στρατού, πάταξη της σπατάλης και της διαφθοράς, απομάκρυνση του διαδόχου και των βασιλοπαίδων από το στράτευμα κλπ. Ωστόσο, από την διακήρυξη τους γινόταν σαφές ότι δεν αποσκοπούσαν στην εγκαθίδρυση αβασίλευτης δημοκρατίας, την εκδίωξη της δυναστείας ή τη διακυβέρνηση της χώρας με δικτατορικό τρόπο.
Μια σειρά από γεγονότα κατέστησαν έκδηλο ότι οι στρατιωτικοί δεν ήταν σε θέση να καθορίσουν για πολύ καιρό την πολιτική κατάσταση της Ελλάδας. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος είχε περιέλθει σε αδιέξοδο, το οποίο οφειλόταν σε εσωτερικά προβλήματα, αυξανόμενες λαϊκές διαμαρτυρίες για τα οικονομικά μέτρα κ.α. Το κυριότερο ήταν η αδυναμία και απροθυμία των στρατιωτικών να αναλάβουν οι ίδιοι την κυβέρνηση. Η μόνη εναλλακτική ήταν η παράδοση της εξουσίας σε ικανά πολιτικά χέρια.
Η λύση αυτή προήλθε έξω από τα όρια του ελληνικού κράτους και άκουγε στο όνομα ενός δυναμικού και φερέλπιδος πολιτικού από την Κρήτη, του Ελευθερίου Βενιζέλου. Η δράση του και η προσωπικότητά του έμελλε να καθορίσουν αποφασιστικά τη μορφή της σύγχρονης Ελλάδα.
Βλέπω και τις παρακάτω διαφάνειες: