Το Δυτικό Μέτωπο αποτέλεσε το κύριο και αποφασιστικότερο μέτωπο του πολέμου. Εδώ τέθηκαν αντιμέτωπες οι δυνάμεις της Γερμανίας με αυτές της Γαλλίας, της Βρετανίας, του Βελγίου, και αργότερα των ΗΠΑ. Ενώ και οι δυο πλευρές ήλπιζαν αρχικά σε μια ταχεία και αποφασιστική προέλαση, τελικά το Δυτικό Μέτωπο χαρακτηρίστηκε από τις μακρές γραμμές χαρακωμάτων και τις εκατοντάδες χιλιάδες νεκρών, στο μεγαλύτερο πόλεμο φθοράς στην Ιστορία. Η γερμανική στρατηγική το 1914 βασίστηκε σε ένα θεωρητικό σενάριο που είχε εκπονήσει ο κόμης Άλφρεντ φον Σλίφεν το 1905, όπου ο γερμανικός στρατός θα νικούσε αρχικά τη Γαλλία στα δυτικά και έπειτα θα μετατόπιζε τις δυνάμεις του προς την ανατολή για να χτυπήσει τη Ρωσία, ένα σχέδιο που όμως απέτυχε. Οι δύο πλευρές αντιμετώπιζαν η μία την άλλη κατά μήκος του Δυτικού Μετώπου, μια συνεχόμενη σειρά χαρακωμάτων που εκτεινόταν από τη Μάγχη έως την Ελβετία, έχοντας αλλάξει ελάχιστα έως το 1917.
Τα χαρακώματα έχουν αναπόσπαστα συνδεθεί με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και αποτελούσαν έναν επιπρόσθετο, ενίοτε πιο αμείλικτο, εχθρό των στρατιωτών στη μάχη για την εθνική επικράτηση, αλλά πρωτίστως για την ατομική τους επιβίωση, μέσα σε εξωφρενικές συνθήκες που είναι αληθινά ασύλληπτο να κατανοηθούν. Αυτά βρίσκονταν κυρίως στο Δυτικό Μέτωπο και εκτείνονταν σε μεγάλες περιοχές της Βορείου Γαλλίας και του Βελγίου, όπου σκληρές μάχες έλαβαν χώρα μεταξύ των γερμανικών στρατευμάτων και των συμμαχικών δυνάμεων Γαλλίας, Βρετανίας και αργότερα Αμερικής. Η χρήση τους ως αμυντικές ζώνες δεν ήταν διόλου καινούργια, αλλά ξεκίνησε αρκετούς αιώνες νωρίτερα με τις τάφρους γύρω από τα κάστρα που εξυπηρετούσαν κατ’ ουσία τον ίδιο σκοπό. Στο Μεγάλο Πόλεμο, τα στενά χαρακώματα προστάτευαν μέχρις ενός βαθμού από τα νέα καταστροφικά όπλα που εμφανίστηκαν. Επειδή τότε πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά και ευρεία χρήση δηλητηριωδών αερίων, τα χαρακώματα θεωρήθηκε ότι προσφέρουν κάποια ασφάλεια. Εν αντιθέσει με το αέριο μουστάρδας, που επέφερε σχεδόν βέβαιο θάνατο, πολλά άλλα ήταν καινούρια, εξελισσόμενα ακόμη, και σχετικά αδύναμα, οπότε μένοντας οι στρατιώτες κλεισμένοι εκεί, προστατεύονταν από την απευθείας έκθεσή τους σε αυτά, έχοντας έτσι και τον απαραίτητο χρόνο για να φορέσουν τις μάσκες τους. Γι ’αυτό οι στρατιώτες αναγκάζονταν να μένουν εκεί κάτω για εβδομάδες ολόκληρες, προσαρμόζοντας μέσα σε αυτά την καθημερινότητά τους.
Συχνές ήταν οι μολυσματικές ασθένειες όπως η δυσεντερία, η χολέρα και ο τυφοειδής πυρετός που εξαπλώνονταν γρήγορα. Μια από τις κύριες αιτίες μεταδόσεως ήταν οι αρουραίοι που έβρισκαν μακάβρια τροφή και πολλαπλασιάζονταν ραγδαίως. Συχνά οι νεκροί στρατιώτες θάβονταν προχείρως κάπου κοντά στα χαρακώματα, αλλά ραγδαίες και καταρρακτώδεις βροχές εξέθεταν τα πτώματα όπου γίνονταν βορά των τρωκτικών. Άλλοτε πάλι, οι συνθήκες δεν επέτρεπαν την άμεση ταφή νεκρών ανδρών ή ζώων με τις όποιες συνέπειες μεταφοράς και εξαπλώσεως θανατηφόρων βακτηρίων. Εξ αιτίας της ζοφερής καταστάσεως, συγκεκριμένες ράτσες σκύλων ήταν άκρως απαραίτητες στο Δυτικό Μέτωπο για την εξόντωση αρουραίων. Και πάλι όμως, δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις ψυχικών διαταραχών στρατιωτών που έβλεπαν διαρκώς τρωκτικά να κινούνται ανάμεσά τους ή ξυπνούσαν από δάγκωμα του προσώπου τους ή από μάσημα των πληγών τους. Επίσης ,τα πλημμυρισμένα χαρακώματα έρχονταν να προσθέσουν στον ατέρμονο εφιάλτη των αντιμαχομένων. Η συνεχής έκθεση στην υγρασία προκαλούσε ασθένειες όπως το «πόδι της τάφρου», μια επώδυνη διαταραχή όπου ο νεκρός ιστός επεκτεινόταν στο ένα ή και τα δύο κάτω άκρα, απαιτώντας ενίοτε ακρωτηριασμό. Το «στόμα της τάφρου» ήταν άλλη τυπική ασθένεια που προκαλούσε μόλυνση των ούλων και θεωρείτο ως αιτία το άγχος του ασταμάτητου βομβαρδισμού.
Το 1917, η πλάστιγγα έγειρε κατά των Ρώσων. Η άσχημη για τον ρωσικό στρατό τροπή του πολέμου και η εξαθλίωση του λαού στάθηκαν αφορμές για την έκρηξη της Ρωσικής επανάστασης. Ο Τσάρος Νικόλαος Β΄ παραιτήθηκε (16 Μαρτίου1917) και ανέβηκε η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση του Αλεξάντερ Κερένσκι. Αυτή ήθελε συνέχιση του πολέμου. Η ρωσική επίθεση κατέληξε σε πανωλεθρία. Οι Γερμανοί έκαναν αντεπίθεση και απώθησαν στη συνέχεια τους Ρώσους σε όλο το μήκος του μετώπου. Στη Ρωσία ακολούθησε πλήρης αναρχία μέχρι την επανάσταση του Οκτωβρίου 1917 και την επικράτηση των μπολσεβίκων.
Η κυβέρνηση του Λένιν, με υπουργό Εξωτερικών τον Τρότσκι, άρχισε να διερευνά τις δυνατότητες υπογραφής ειρήνης με τη Γερμανία. Στις 15 Δεκεμβρίου υπογράφηκε ανακωχή με τη Γερμανία στο Μπρεστ-Λίτοφσκ και, μετά από λίγους μήνες, ειρήνη (3 Μαρτίου 1918). Με τη συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ η Σοβιετική Ένωση απελευθέρωσε μεγάλο αριθμό γερμανικών στρατευμάτων και προσέδωσε πάνω από 150.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα έκτασης της πρώην Ρωσικής Αυτοκρατορίας στη Γερμανική και Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία.
Η Σοβιετική Ένωση παραιτήθηκε από τον έλεγχο της Εσθονίας, της Λιθουανίας, της Πολωνίας και τμήματος της Λευκορωσίας, αναγνώριζε την ανεξαρτησία της Φινλανδίας και παραχωρούσε το Καρς, το Βατούμ και το Αρνταχάν στην Τουρκία. Έτσι, στο τέλος του 1917 έπαψε πλέον να υπάρχει ανατολικό μέτωπο και σχεδόν όλα τα γερμανικά στρατεύματα μεταφέρθηκαν στο δυτικό, ανακουφίζοντας έτσι το έμψυχο υλικό του δυτικού μετώπου.
Βλέπω το παρακάτω βίντεο: