Ο Επίσκοπος Γερμανός Καραβαγγέλης ήταν Μητροπολίτης Καστοριάς και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, καθώς και του Ποντιακού Ελληνισμού, αργότερα, οργανώνοντας αντιανταρτικά σώματα κατά των ανταρτών Βουλγάρων με ντόπιους οπλαρχηγούς με συνέπεια να αναδειχθεί μία από τις σημαντικότερες μορφές των Αγώνων εκείνων. Οι υπηρεσίες του τόσο προς το Έθνος όσο και προς την Ελλαδική Ορθόδοξη Εκκλησία υπήρξαν ανεκτίμητες.
Ο Γερμανός Καραβαγγέλης γεννήθηκε στην Στύψη της Λέσβου το 1866, πέρασε όμως τα παιδικά του χρόνια στο Αδραμμύτιο της Μικράς Ασίας, όπου μετακόμισαν οικογενειακώς το 1868, γιατί ο πατέρας είχε εκεί κατάστημα. Έλαβε εξαιρετικά επιμελημένη παιδεία, φοιτώντας στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης κι έπειτα στη Λειψία. Το 1891 επέστρεψε στη Χάλκη, αυτή τη φορά ως καθηγητής εκκλησιαστικής ιστορίας και ρητορικής. Το 1894 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και λίγο αργότερα κλήθηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Άνθιμο Ζ΄ να απαντήσει στην επιστολή του Πάπα Λέοντος ΙΓ΄ περί ένωσης των δύο εκκλησιών. Η απάντησή του, με τη μορφή Πατριαρχικής εγκυκλίου, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και εντυπωσίασε.
Μετά 1900, επιλέχθηκε για τη θέση του Μητροπολίτη Καστοριάς. Η τοποθέτησή του στη Μητρόπολη Καστοριάς δεν ήταν τυχαία, αλλά τμήμα ενός ευρύτερου σχεδίου του Πατριαρχείου για ανάσχεση της επιρροής των Βούλγαρων Εξαρχικών στη Μακεδονία και την τόνωση του ορθόδοξου φρονήματος του τοπικού ελληνικού πληθυσμού.
Μετά τη δημιουργία του αυτόνομου βουλγαρικού κράτους το 1878 και την προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας το 1885, η βουλγαρική επιθετικότητα στη Μακεδονία έφτασε στο απόγειό της. Άλλοτε με υλικά ανταλλάγματα, άλλοτε με βία και απειλές επιχείρησαν να μεταστρέψουν τα χωριά της Μακεδονίας σε εξαρχικά. Σε αρκετές περιπτώσεις εκκλησίες κατελήφθησαν εν μία νυκτί και ιερωμένοι εκδιώχθηκαν ή σφαγιάσθηκαν, ενώ τρομοκρατούνταν και φονεύονταν οι πρόκριτοι των χωριών, οι Έλληνες δάσκαλοι και γιατροί.
Το Πατριαρχείο επέδειξε καθ’ όλο το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα χαρακτηριστική αδυναμία να λάβει δραστικά μέτρα για το πρόβλημα. Η έλλειψη συντονισμού με τις ελληνικές κυβερνήσεις για την οργάνωση της εκπαίδευσης στη Μακεδονία και η δυσαρέσκεια για τους επισκόπους που ενδιαφέρονταν μόνο για την είσπραξη των πατριαρχικών εισφορών από τους χριστιανικούς πληθυσμούς ώθησε πολλούς Έλληνες μακριά από το Πατριαρχείο.
Παράλληλα, η επίσημη τουρκική πολιτική με τα διάφορά μέτρα που πήρε κατά την ίδια αυτή κρίσιμη περίοδο έμμεσα διευκόλυνε τον εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας: Αναγνώρισε επίσημα την Εξαρχία, διόρισε Βούλγαρους αντί για Έλληνες επισκόπους της Μακεδονίας, περιόρισε τα πατριαρχικά προνόμια, καταδίωξε τα ελληνικά σχολεία την ίδια στιγμή που στήριζε το άνοιγμα βουλγαρικών και την κατάληψη των ελληνικών σχολείων και ιδρυμάτων από εξαρχικούς.
Από της ενθρόνισή του άρχισε με τους λόγους του να εμψυχώνει και να αναπτερώνει το ηθικό των Ελλήνων της περιοχής και να οργανώνει ένοπλα σώματα κατά των ομοίως ενόπλων Βουλγάρων Εξαρχικών. Δεν δίστασε να συναντηθεί με τους Βούλγαρους κομιτατζήδες (ιδίως με τον αρχηγό τους στη Δυτική Μακεδονία, Βασίλ Τσακαλάρωφ), έδειξε όμως πάντοτε αμείλικτη στάση εναντίον τους. Αρχικά, έστειλε επιστολές προς τους Έλληνες πρωθυπουργούς για οικονομική και στρατιωτική βοήθεια. Οι εκκλήσεις του, όμως, έπεσαν στο κενό, καθώς οι ελληνικές κυβερνήσεις όφειλαν τότε να τηρούν «άψογη στάση» έναντι των Τούρκων μετά τον ατυχή πόλεμο του 1897. Αποφάσισε τότε να στηριχθεί στους αυτόχθονες σλαβόφωνους μαχητές της περιοχής του, όπως ο καπετάν Κώττας, ο Στρεμπενιώτης, ο Νταλίπης κ.α..
Περιοδεύοντας αδιάκοπα στην επικράτειά του, ήλθε σε επαφή με πολλούς εξ αυτών μεταστρέφοντας όσους έως τότε είχαν ενταχθεί στην Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ), πείθοντάς τους να πολεμήσουν πλέον κατά των Βουλγάρων. Κατάφερε έτσι πολλά χωριά και κωμοπόλεις να αποσκιρτήσουν από τη Βουλγαρική Εξαρχία και να επανενταχθούν στο Πατριαρχείο. Παράλληλα, διατηρούσε τακτική αλληλογραφία με μέλη πατριωτικών οργανώσεων της Αθήνας, τον Παύλο Μελά, τον υποπρόξενο της Ελλάδας στο Μοναστήριο, Ίωνα Δραγούμη, ζητώντας ενισχύσεις σε χρήματα και άνδρες.
Το 1903, με ενέργειες των τελευταίων αποστέλλονται οι πρώτοι Κρήτες οπλαρχηγοί στην περιοχή της Καστοριάς. Με τη δική τους συνοδεία, ο Γερμανός Καραβαγγέλης περιόδευσε ένοπλος σε χωριά της επικράτειάς του, ανοίγοντας εκκλησίες και ξαναλειτουργώντας τες, συμμετέχοντας στο συντονισμό της άμυνάς τους κατά των Βουλγάρων. Αν και ιεράρχης, κήρρυτε την ένοπλη αντίσταση απέναντι στους Βουλγάρους με τη ρήση «όχι οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος, αλλά οφθαλμούς αντί οφθαλμού και οδόντες αντί οδόντος».
Η δράση του Γερμανού Καραβαγγέλη υπέρ των ελληνικών αντάρτικων σωμάτων έγινε γνωστή στους αντιπάλους του κι έτσι, έπειτα από πιέσεις των Τούρκων και των Ρώσων, ο Πατριάρχης τον ανακάλεσε στο Συνοδικό Συμβούλιο στην Πόλη κι έπειτα τον διόρισε επίσκοπο Αμασείας με έδρα τη Σαμψούντα του Πόντου. Εκεί συνέβαλε στην οργάνωση του ποντιακού Ελληνισμού έως το διορισμό του στη Μητρόπολη Ουγγαρίας, την οποία χαρακτήρισε «εξορία». Πέθανε λησμονημένος και πάμπτωχος στη Βιέννη στις 11 Φεβρουαρίου 1935 και αρκετά χρόνια αργότερα τα οστά του μεταφέρθηκαν και ενταφιάσθηκαν στην Καστοριά. Πέθανε πάμπτωχος από εγκεφαλικό επεισόδιο σε ηλικία 69 ετών στην πόλη Μπάντεν, 30 χιλιόμετρα νότια από τη Βιέννη, σε ξενοδοχείο όπου είχε προσωρινά καταλύσει, μόνος και «ξένος μέσα σε ξένους». Η αδερφή του Κλεονίκη έφτασε αμέσως από το Βουκουρέστι, όπου διέμενε μόνιμα, και προσπάθησε να μεταφερθεί η σορός του για ενταφιασμό στην Αθήνα, με γραπτό αίτημα εκ μέρους της ελληνικής πρεσβείας . Το ίδιο ήταν κι επιθυμία του, όπως προκύπτει από τη διαθήκη του, όπου ζητούσε η εξόδιος ακολουθία του να τελεστεί στον Ι.Ν Αγίου Γεωργίου Καρύτση «μεθ’ ενός μόνον ιερέως, άνευ διακόνου, ως κι άνευ της παρουσίας αντιπροσώπου της Ελληνικής Πολιτείας και της Εκκλησίας ομοίως», όπως έγραφε γεμάτος πίκρα και παράπονο για την αχαριστία που είχε βιώσει. Τα απομνημονεύματα που έγραψε ειδικά για τον Μακεδονικό Αγώνα, εκδόθηκαν από την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών το 1959. Το ίδιο έτος το «Ίδρυμα Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου» από κοινού με την «Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών» επιχορήγησαν τη μεταφορά των οστών του με τιμητική συνοδεία αρχικά στη Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια στην Καστοριά, όπου και τοποθετήθηκαν σε κρύπτη κάτω από τον ανδριάντα του. Μια ξεχωριστή μορφή του Μακεδονικού Αγώνα, ο Μητροπολίτης Καστοριάς, Γερμανός Καραβαγγέλης (1866-1935), έπαιξε πρωταρχικό ρόλο στην οργάνωση του Αγώνα αλλά και στο διπλωματικό πεδίο. Σε συνεργασία με τον Ίωνα Δραγούμη και τον Παύλο Μελά, ο Γερμανός Καραβαγγέλης ήταν από τους πρώτους που στήριξαν την αντίσταση ενάντια στη βίαιη βουλγαροποίηση των ελληνικών πληθυσμών της Μακεδονίας, οργάνωσε του ντόπιους καπετάνιους και, τέλος, πέτυχε την ενεργό εμπλοκή του ελληνικού Κράτους στον Αγώνα, χάρις στα επίμονα διαβήματά του. Η δράση του του χάρισε μια θέση στο πάνθεον των σύγχρονων ηρώων του Έθνους!
Βλέπω τα παρακάτω βίντεο για τον Γερμανό Καραβαγγέλη: