Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων και της Ηπείρου γενικότερα δεν υπήρξε απόρροια των Βαλκανικών πολέμων του 1912-1913 και μόνο.
Το έδαφος είχε προετοιμαστεί ήδη με την ίδρυση της Ηπειρωτικής Εταιρείας το 1906. Οι Ηπειρώτες της Αθήνας φρόντισαν να ιδρύσουν μια νέα Φιλική Εταιρεία και στόχευαν στην απελευθέρωση της Ηπείρου την κατάλληλη χρονική στιγμή. Σ’ αυτήν ήταν μυημένοι πολλοί αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού συνήθως ηπειρωτικής καταγωγής. Κάθε υποψήφιο μέλος έδινε τον όρκο των μελών της Ηπειρωτικής Εταιρείας για να εισέλθει στους κόλπους της, ο οποίος είχε ως εξής: «Ὀρκίζομαι ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ εὐαγγελίου, εἰς τὸ ὄνομα τῆς μιᾶς καὶ ἀδιαιρέτου καὶ ὁμοουσίου Ἁγίας Τριάδος, ὅτι θέλω χύσει καὶ τὴν τελευταία ρανίδα τοῦ αἵματός μου, πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῆς φιλτάτης μου πατρίδος Ἠπείρου, ὅταν διαταχθῶ πρὸς τοῦτο, καὶ ὅτι θέλω τηρήσει ἀπόλυτον ἐχεμύθειαν περὶ τοῦ σκοποῦ καὶ τοῦ ἔργου τῆς ἐταιρείας, ἐν ᾗ δὲν περιπτώσει φανῶ ἐπίορκος, νὰ ὑφίσταμαι τὰς συνεπείας τοῦ περὶ ποινῶν μυστικοῦ ἄρθρου καὶ νὰ εἶμαι ἐπικατάρατος».
Όταν ο Ελληνικός Στρατός το 1912 ξεκίνησε τις πρώτες επιχειρήσεις του στην Ήπειρο, η Ηπειρωτική Εταιρεία και τα μέλη της έστησαν δίκτυο αντικατασκοπίας και με τις χρήσιμες πληροφορίες τους ενημέρωναν την ελληνική πλευρά. Ωστόσο στην Ήπειρο ο πόλεμος είχε μείνει πίσω λόγω της αριθμητικής αδυναμίας των τμημάτων του Στρατού στην περιοχή. Οι αρχικές δυνάμεις της «Στρατιάς Ηπείρου» ανέρχονταν στους 7.000 άνδρες, υπό την διοίκηση του αντιστράτηγου Σαπουντζάκη. Η περιορισμένη αυτή δύναμη δεν ήταν δυνατόν να αναλάβει συστηματικές επιθετικές ενέργειες ούτε βέβαια να επιτύχει από μόνη της την απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Εξίσου σημαντικό πρόβλημα ήταν η αποτελεσματικότητα των οχυρών του Μπιζανίου.
Η πόλη των Ιωαννίνων αποτελούσε σημαντικό εμπορικό και συγκοινωνιακό κόμβο, οδηγώντας τη γερμανική αποστολή υπό τον υποστράτηγο, Κόλμαρ φον ντερ Γκολτς , που βοηθούσε τους Τούρκους από τη θέση του στρατιωτικού συμβούλου, να διατάξει την επιμελημένη οχύρωσή της. Επτά συνολικά σύγχρονα οχυρά, με κυριότερα εκείνα του Μπιζανίου και της Καστρίτσας, δημιουργούσαν έναν ισχυρό κλοιό προστασίας γύρω τους με άνω των 100 πυροβόλων διαφόρων διαμετρημάτων. Η φρουρά των Ιωαννίνων είχε ενισχυθεί με την άφιξη τουρκικών τμημάτων που υποχωρούσαν από τις μάχες του Μοναστηρίου και των Γιαννιτσών, αλλά παρέμεινε απομονωμένη. Νότια των Ιωαννίνων, στα υψώματα του Μπιζανίου, είχαν οχυρωθεί οι Τούρκοι για να σταματήσουν την προέλαση των Ελλήνων κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο. Τα φώτα της πόλης των Ιωαννίνων αχνόφεγγαν στο βάθος και οι Έλληνες στρατιώτες δεν έβλεπαν την ώρα να μπουν στην πολιτεία της Λίμνης. Στο ύψωμα του Μπιζανίου, ένα σκληρό, βραχώδες, δυσπρόσιτο κομμάτι γης, είχαν ταμπουρωθεί οι Τούρκοι προστατευόμενοι από οχυρωματικά έργα κατασκευασμένα από οπλισμένο μπετόν.
Το Μπιζάνι επρόκειτο για μια εξαιρετική αμυντική τοποθεσία, ενισχυμένη με 36 βαριά κανόνια, με πέντε μόνιμα πυροβολεία και με πυροβολεία εκ σκυροδέματος που είχαν δημιουργηθεί και οχυρωθεί υπό την επίβλεψη ειδικών της Γερμανικής Στρατιωτικής Αποστολής στη δημιουργία οχυρών και χαρακωμάτων. Την άμυνα της πόλης των Ιωαννίνων είχε φροντίσει ο Πρώσος στρατηγός Κόλμαρ φον ντερ Γκολτζ, που όλοι τον αποκαλούσαν Γκολτζ Πασά. Το κόστος των οχυρωματικών έργων είχε φθάσει περίπου στα 2,5 εκατομμύρια τουρκικές λίρες, ποσό ιλιγγιώδες για την εποχή! Ήταν φανερό πως αν δεν έπεφτε το Μπιζάνι, τα Γιάννενα δεν θα απελευθερώνονταν. Για το λόγο αυτό, το Γενικό Επιτελείο αποφάσισε την σταδιακή ενίσχυση και διενέργεια επιχειρήσεων με στόχο την εκπόρθηση του Μπιζανίου.