Επικεφαλής των ελληνικών δυνάμεων τυπικά ήταν ο διάδοχος Κωνσταντίνος, ο οποίος σκόπευε να κυκλώσει το δύσβατο οχυρό από δυτικά με απώτερο σκοπό να χτυπήσει στον κεντρικό και ανατολικό τομέα του μετώπου για να παραπλανήσει τους Τούρκους.
Η πρώτη επίθεση έλαβε χώρα στις 29 Νοεμβρίου 1912, η δεύτερη από τις 11 Δεκεμβρίου μέχρι τις 19 Φεβρουαρίου 1913 που όμως και οι δύο απέτυχαν. Οι λόγοι ήταν τόσο οι ολιγάριθμες στρατιωτικές δυνάμεις που αποτελούσαν την Στρατιά Ηπείρου όσο και ο πολύ βαρύς χειμώνας του 1912-1913, που βασάνιζε με κρυοπαγήματα, ψύξεις και υπερκόπωση τους Έλληνες στρατιώτες. Για να αντιληφθεί κανείς πόσο αποδεκατίστηκαν οι ελληνικές δυνάμεις από το ψύχος, χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως ο αριθμός των μάχιμων ανδρών είχε περιοριστεί στους 28.000 άνδρες από σύνολο 40.000 ανδρών.
Επίσης εξαιτίας του χειμώνα και του πυκνού χιονιού έκλειναν δρόμοι και ο εφοδιασμός είχε γίνει προβληματικός. Ο ακαδημαϊκός Σπυρίδων Μελάς περιέγραψε γλαφυρά τις δυσκολίες αυτές: «Τα μόνα τρόφιμα που μπορούσανε να φτάσουν ως τα μαχόμενα τμήματα ήτανε το ψωμί, τα όσπρια και το ρύζι που το μαγείρευαν μ’ ένα παλιόλαδο που βρωμούσε. Η κουραμάνα που την παίρνανε ζεστή από τους φούρνους και χρειαζότανε πέντε κι’ έξη μέρες για να πάει κλεισμένη σε σάκους στα Σώματα, έφτανε μουχλιασμένη. Και οι άντρες ήταν υποχρεωμένοι να την καθαρίζουν με τους σουγιάδες και έτσι από τη μερίδα τους δεν έμενε παρά η μισή. Τόσο μεγάλη ήταν η πείνα σε στρατιώτες και ζώα του ελληνικού στρατού που πολλοί από τους επιζώντες έλεγαν ότι πολλά από τα άλογά του ιππικού είχαν μείνει χωρίς ουρά, επειδή λόγω της πείνας τους, τα δυστυχή ζώα, καταβρόχθισαν το ένα την ουρά του άλλου! Ωστόσο μ’ όλες τις στερήσεις και την παγωνιά στ’ άγρια βουνά της Ηπείρου το ηθικό των Σωμάτων συγκρατούσε το θέαμα της πολιτείας, τα θρυλικά Γιάννενα, που αντίκρυζαν οι άντρες κάθε πρωί με την τραγουδισμένη λίμνη της κυρά – Φροσύνης – ο πόθος να μπούνε στην περιπόθητη πρωτεύουσα ελευθερωτές, όπως στη Θεσσαλονίκη…».
Το ηθικό των στρατιωτών αναπτερώθηκε περισσότερο με τον διορισμό του αρχιστράτηγου Κωνσταντίνου στην ηγεσία των Ελληνικών δυνάμεων. Παντού στρατιώτες και πολίτες τον υποδέχονταν με ζητωκραυγές. Πρώτη ενέργεια του διαδόχου ήταν η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών του στρατού. Υπήρξε τεράστιο πρόβλημα μεταφοράς τροφής και πυρομαχικών σε μονάδες του στρατού καθώς και ιατρικής περίθαλψης τόσο των στρατιωτών στο μέτωπο όσο και των ζώων του πυροβολικού που η κακή υγεία τους προκαλούσε μεγαλύτερα προβλήματα στις μεταφορές. Ο αρχιστράτηγος διατάζει την ίδρυση Παθολογικού νοσοκομείου, όπου μετριάζεται η εμφάνιση κρυοπαγημάτων που είχαν αποδεκατίσει την Στρατιά Ηπείρου. Επίσης, αναθέτει τη γενική διοίκηση του Πυροβολικού στον συνταγματάρχη Παρασκευόπουλο. Οι ενέργειες αυτές αναδιοργάνωσαν τον στρατό και έθεσαν τις πρώτες βάσεις για την επιτυχή αντεπίθεση των ελληνικών δυνάμεων.
Η τρίτη προσπάθεια ξεκίνησε στις 19 Φεβρουαρίου 1913 όπου τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο επίθεσης κατά των τουρκικών δυνάμεων. Το σχέδιο καταρτίστηκε από τον λοχαγό τότε Ιωάννη Μεταξά. Το σχέδιο εφαρμόστηκε επιτυχώς και ο αιφνιδιασμός του εχθρού υπήρξε πλήρης. Στις 19 Φεβρουαρίου του 1913, άρχισε ο κανονιοβολισμούς από το ελληνικό πυροβολικό. Την επόμενη, στις 20 Φεβρουαρίου δόθηκε διαταγή για γενική επίθεση του ελληνικού στρατού. Και την επιτυχή έκβαση της μάχης καθόρισε ο ταγματάρχης Ιωάννης Βελισσαρίου. Το 9ο Τάγμα υπό τον Ιωάννη Βελισσαρίου κατορθώνει και φτάνει στις παρυφές των Ιωαννίνων.
Ο Ταγματάρχης των Ευζώνων , Βελισσαρίου δίχως να έχει διαταγή, προωθήθηκε με τους στρατιώτες του στις παρυφές των Ιωαννίνων, καταστρέφοντας στο πέρασμά του τις επικοινωνίες της διοίκησης των Τούρκων με τους μαχόμενους Οι Τούρκοι νόμισαν ότι μαζί με τη δύναμη του Βελισσαρίου βρισκόταν και ολόκληρος ο ελληνικός στρατός έξω από την πόλη. Κάποια στιγμή ακούστηκε ότι ο ελληνικός στρατός βρισκόταν έξω από την πόλη, οι Τούρκοι αξιωματούχοι πανικοβλήθηκαν και δίχως να το εξετάσουν πιο διεξοδικά θεώρησαν την ήττα τους αναπόφευκτη…
Αυτό δημιούργησε πανικό στη διοίκηση του τουρκικού στρατού στα Γιάννενα και την 21η Φεβρουαρίου ο διοικητής της πόλης των Ιωαννίνων, Εσσάτ Πασάς δηλώνει την πρόθεσή του να παραδώσει την πόλη άνευ όρων στον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο. Στέλνει λοιπόν τους υπολοχαγούς Ρεούφ και Ταλαάτ στον επίσκοπο Δωδώνης με σκοπό την επικοινωνία με την ηγεσία του Ελληνικού στρατού. Όταν ο διοικητής Εσσάτ Πασάς, έστειλε πρόταση συνθηκολόγησης, δεν γνώριζε ότι στο Μπιζάνι, οι τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις κρατούσαν τις θέσεις τους! Μετά το έμαθε…
Αξίζει εδώ πάντως να επισημανθεί και η συμβολή του Νικολάκη Εφέντη στην επιτυχία κατάληψης των οχυρών του Μπιζανίου. Ο ίδιος ήταν ελληνικής καταγωγής, αξιωματικός του τουρκικού στρατού και υπηρετούσε ως λοχαγός Μηχανικού στα Γιάννενα. Μην έχοντας ξεχάσει την καταγωγή του έρχεται σε επαφή με τον τότε Μητροπολίτη Ιωαννίνων Γεβράσιο και πείθεται να παραδώσει στις μυστικές υπηρεσίες του Ελληνικού Στρατού ακριβή αντίγραφα των σχεδίων των οχυρών του Μπιζανίου. Είναι πολύ πιθανό ο ελληνικός στρατός να μην είχε εκπορθήσει το Μπιζάνι και να μην είχε εισέλθει τότε στα Ιωάννινα αν ο Νικολάκης Εφέντης δεν είχε παραδώσει τα σχέδια.
Βλέπω το παρακάτω βίντεο για την περιοχή των οχυρών: