Τον πιάσανε λοιπόν τον Κύριον!
Νύχτα στη γη και νύχτα στις καρδιές.
Αναρριγάει το σύμπαν.
Πώς γίνεται να δικαστεί από το πλάσμα του ο Θεός;
Το φως να φυλακίζεται, ξανάδες;
Όλοι, χιλίαρχοι, εκατόνταρχοι μπαίνουν μέσα στο μέγαρο.
Εκεί καρτερούν ο Αρχιερέας και οι μεγάλες κεφαλές, οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι.
Μόνος ο Κύριος.
Οι μαθητές φοβήθηκαν και σκόρπισαν, ίδια πουλιά στην καταιγίδα. Μονάχα ο Πέτρος κρυμμένος στις σκιές ακολουθεί από μακρυά, να δει τι θ’ απογίνει. Μες στην αυλή κατάφερε κάποια στιγμή να μπει, εκεί που οι υπηρέτες ανάψανε φωτιά να ζεσταθούν, γιατί ψυχρή η νύχτα. Και η δίκη αρχίζει· οι ψευδομάρτυρες σωρό. Ψεγάδι όμως στον Χριστό δεν βρίσκουν. Πώς τώρα πια θα τον σκοτώσουν; Ποια θα ‘βρούνε αφορμή που θα δικαιολογεί τον θάνατό του;
Και ‘κείνη τη στιγμή δυο μάρτυρες παρουσιάζονται και λένε: «Αυτός είναι που είπε πως μπορεί σε τρεις ημέρες τον Ναό να τον γκρεμίσει και σε τρεις μέρες πάλι να τον χτίσει».
Τότε πετάγεται ορθός ο αρχιερεύς και ρωτά.
– Δεν απαντάς σε όλα αυτά; Σ’ αυτές τις κατηγορίες δεν μιλάς;
Μα ο Χριστός αμίλητος.
Και τότε τον ξαναρωτά ο Καϊάφας:
– Στ’ όνομα του Θεού, του ζωντανού Θεού, σε ορκίζω εδώ να πεις αν είσαι συ, ο Χριστός, του Θεού ο Υιός.
Ο Ιησούς απάντησε:
– Εσύ μονάχος σου το είπες. Και είναι ώρα να σας πω ακόμη, πως από τώρα και μετά θα δείτε τον γιο του ανθρώπου να έρχεται στα σύννεφα του ουρανού απάνω και να κάθεται στα δεξιά του Δυνατού Θεού.
Κανείς δεν εκατάλαβε τι ήθελε να πει ο Κύριος. Κι εκείνο που ήθελε να πει ήταν πως: Δεν είμαι μονάχα Θεός, όπως το είπες. Αυτόν που τώρα άνθρωπο τον βλέπετε, να το θυμάστε, πως δοξασμένο θα τον ξαναδείτε. Θα τον δείτε στα δεξιά του Υψίστου καθισμένο και δοξασμένον να’ρχεται στη γη, σε φωτεινή νεφέλη καθισμένος.
Στα λόγια αυτά, τόσο ταράχτηκε ο Καϊάφας, που με τα χέρια του τα δυο, τα ρούχα του κομμάτιασε, τα ξέσκισε και φώναξε οργιασμένα.
– Έχουμε, άραγε, ανάγκη ακόμη από μάρτυρες; Ετούτη τη βλαστήμια, να, με τα ίδια σας αυτιά ακούσατε.
Κι έφτασε η ώρα απόφαση να βγάλετε, τι να τον κάνουμε ετούτον ‘δώ τον βλάσφημο!
Κι όλοι με μια φωνή συμφώνησαν πως του αξίζει να πεθάνει. Και μερικοί, το τόλμησαν κι αυτό, άρχισαν να φτύνουν τον Χριστό, να φτύνουνε το άγιο Πρόσωπό Του! Να τον κτυπούν τολμήσανε.
Κάνανε σύσκεψη, συμβούλιο, όπως λέμε, όλοι οι γραμματείς και οι αρχιερείς, μα και οι πρεσβυτέροι. Κι αποφασίσανε να δέσουνε τον Ιησού και να τον πάνε στον Πιλάτο.
Έξω στην αυλή, στην παγωνιά της νύχτας, δίπλα στη φωτιά διάλεξε ο Πέτρος να καθίσει περιμένοντας να δει τι θα πάθει ο Δάσκαλός του. Δίπλα στους υπηρέτες που εκείνη τη νυχτιά δεν κοιμούνταν αλλά κι αυτοί ανάστατοι από τη σύλληψη συζητούσαν και περίμενα την εξέλιξη της υποθέσεως να δουν.
«Κι εσύ μαζί του ήσουνα, μαζί με τον Ιησού τον Γαλιλαίο;», λέει μια υπηρέτρια, κορίτσι ακόμη, στον Πέτρο που απ’ ώρα τον κοίταζε σκεφτική, πώς βρέθηκε αυτός εκεί.
«Δεν ξέρω ποια είσαι και τι λες», απάντησε ο Πέτρος και τον άκουσαν όλοι οι υπηρέτες που ήταν μπροστά.
Και σηκώθηκε κι έφυγε από τη φωτιά, και πήγε στον πυλώνα, όπου στέκονταν άλλοι δούλοι και υπηρέτες. Εκεί τον βλέπει άλλη υπηρέτρια, και τον καταλαβαίνει ότι είναι μαθητής του Ιησού, τον είδε στον κήπο στη Γεθσημανή.
«Κι αυτός εκεί ήταν, με τον Ναζωραίο, στον κήπο ήταν μαζί του.»
«Δεν ξέρω για ποιον μου λες και δεν ξέρω κανένα Ναζωραίο. Πρώτη φορά τον βλέπω. Τ’ ορκίζομαι!», είπε ο Πέτρος κι έκανε το λάθος να δώσει κι όρκο.
Τον άφησαν για λίγο ήσυχο, αλλά να! κι άλλη ομάδα πλησιάζει, άλλοι υπηρέτες που είχαν πάει να συλλάβουν τον Ιησού μαζί με τους στρατιώτες.
«Κι εσύ μαζί τους ήσουνα, μαζί με τους Γαλιλαίους, γιατί κι η φωνή σου από ‘κεί ακούγεται, από της Γαλιλαίας τα μέρη», του είπαν.
«Δεν ξέρετε τι λέτε! Σας τ’ ορκίζομαι ότι δεν ήμουν εκεί, δεν ήμουν μαζί τους. Ανάθεμα σε σας και τα ψέματά σας», άρχισε να τους λέει ο Πέτρος θυμώνοντας με τους υπηρέτες κι έτοιμος να τσακωθεί κιόλας.
«Κικιρίκου!», τον σταμάτησε η φωνή του πετεινού, που είχε αρχίσει να ξυπνά γιατί η μέρα χάραζε και η νύχτα υποχωρούσε. Και θυμήθηκε ο Πέτρος αυτό που τον είχε προειδοποιήσει ο Κύριος ότι θα πάθαινε, πως πριν ο κόκορας βγάλει φωνή, μέσα στη νύχτα, εκείνος θα τον αρνείτο τρεις φορές.
Ποιο είναι το ζώο της αρνήσεως;