Ἕνας λύκος πῆγε κάποτε στὴν εἴσοδο τοῦ σπηλαίου, ὅπου κατοικοῦσε ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Συκεώτης μὲ τὸν μαθητή του Μαρτίνο. Βγαίνοντας ἔξω ὁ Μαρτίνος, ἀντίκρυσε τὸν λύκο, τρόμαξε καὶ τρέμοντας ἔτρεξε νὰ τὸ πῇ στὸν Ὅσιο.
Ἐκεῖνος χαμογέλασε ἥρεμα καὶ τοῦ εἶπε:
-Μὴ φοβᾶσαι, δειλέ! Ὁ λύκος δὲν ἦρθε νὰ μᾶς κακοποιήσῃ, ἀλλά, ὅπως κί ἐσύ, ἔχει κὶ αὐτὸς ἀνάγκη ἀπὸ τροφή. Πάρε λοιπὸν λίγο ἀπὸ τὸ φαγητό μας καὶ δῶσε του. Ἔτσι θὰ ἐφαρμόσουμε τὴν εὐσπλαγχνία καὶ στὰ ἄγρια ζῶα.
Ὁ Μαρτίνος πῆρε ψωμὶ καὶ ἕνα μῆλο, ὅπως συνήθιζε νὰ κάνῃ ὅταν περνοῦσαν ἀπὸ τὸ σπήλαιο ὁδοιπόροι, καὶ πλησίασε τὴν εἴσοδο. Πέταξε στὸν λύκο μόνο τὸ μῆλο καὶ τὸν ἔδιωχνε.
Ἐκεῖνος ὅμως δὲν ἔφευγε. Περίμενε καὶ κάτι ἀκόμη, λὲς καὶ γνώριζε τὸ θηρίο τὴν συνήθεια τοῦ Γέροντα, νὰ δίνῃ στοὺς περαστικοὺς μῆλο καὶ ψωμί. Τοῦ ἔριξε τότε ὁ Μαρτίνος καὶ τὸ ψωμί, καὶ μόνο τότε ὁ λύκος ἔφυγε.