Ενὼ βρισκόταν καθ’ ὁδόν, γιὰ νὰ ἐπισκεφθῇ μία χώρα ὅπου κατοικοῦσαν εἰδωλολάτρες, ὁ Ἅγιος Μαρτίνος, Ἐπίσκοπος Γαλατίας, συνάντησε ἕνα γεωργό, ὁ ὁποῖος καθόταν περίλυπος μπροστᾶ στὸ νεκρὸ γαϊδουράκι του καὶ συλλογιζόταν πόσο μάταιη ἦταν ἡ διδασκαλία τῶν Χριστιανῶν. Δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβῃ τὸ πῶς τοῦ νεκροῦ ἀνθρώπου τὸ σῶμα, ποὺ θὰ φθαρῆ στὴν γῆ, εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναστηθῇ ἄφθαρτο.
Ὁ Ἅγιος Μαρτίνος τοῦ μίλησε γιὰ τὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ εἰδωλολάτρης τοῦ ζήτησε, γιὰ νὰ πιστέψῃ, ν’ ἀναστήσῃ τὸ γαϊδουράκι του.
Παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἅγιος τοῦ δίδαξε, ὅτι μόνο οἱ ἄνθρωποι ἔρχονται σὲ κρίσι καὶ ἀνασταίνονται καὶ ὄχι τὰ ἄλογα ζῶα, ὁ εἰδωλολάτρης ἐπέμενε πώς, γιὰ νὰ πεισθῇ, ἔπρεπε ν’ ἀναστήσῃ τὸ γαϊδουράκι του.
Ὁ Ἅγιος Μαρτίνος ἔστρεψε τὸ βλέμμα του πρὸς τὸν οὐρανό, ὕψωσε τὰ χέρια του καὶ προσευχήθηκε:
«Κύριε ὁ Θεός μου, ποὺ ἔγινες αἴτιος σωτηρίας γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἀνάστησε καὶ τοῦτο τὸ ζῶον, γιὰ νὰ ἐπιστρέψῃ καὶ ν’ ἀποκτήσῃ ἐπίγνωση ὁ ἄνθρωπος αὐτός, διότι μὲ αὐτὸ τὸ θαῦμα Σου θὰ γνωρίσῃ τὴν παντοδυναμία Σου καὶ θὰ πιστεύσῃ σ’ Ἐσένα».
Δὲν πρόλαβε νὰ τελειώσῃ τὴν προσευχή του ὁ Ἅγιος καὶ τὸ γαϊδουράκι σηκώθηκε ὑγιέστατο καὶ περπάτησε. Τὸ θαῦμα αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ πιστέψουν καὶ νὰ βαπτισθοῦν Χριστιανοὶ ὅλοι οἱ κάτοικοι ἐκείνης τῆς χώρας.
(Από το βιβλίο «Ἡ ζωοφιλία τῶν Ἁγίων»).