Στὴ Σκήτη τῶν Ἰβήρων, στὴν Καλύβη τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, στὴν συνοδεία ἐκείνη ἦταν καὶ ὁ γερο-Παχώμιος. Στὸ πρόσωπό του ἔβλεπε κανεὶς ὁλοφάνερα ζωγραφισμένη τὴν ἁγιότητα. Τὸ γεροντάκι αὐτὸ ἦταν πολὺ ἁπλό καὶ τελείως ἀγράμματο, μὰ πολὺ χαριτωμένο.
Ὅταν ἐρχόταν γιὰ νὰ ἐκκλησιαστεῖ τὶς γιορτὲς στὸ Κυριακὸ τῆς Σκήτης ποτέ του δὲν καθόταν στὸ στασίδι, ἀλλὰ στεκὸταν πάντα ὄρθιος (ἀκόμα καὶ στὶς ὁλονυκτίες) καὶ ἔλεγε τὴν εὐχή. Ὅταν τύχαινε νὰ τὸν ῥωτήσει κανείς “πού βρίσκεται ἡ ἀκολουθία;” ἀπαντοῦσε: «Ψαλτήρια! Ψαλτήρια λένε οἱ πατέρες». Ὅλα τὰ ἔλεγε ψαλτήρια. Οὔτε ἀπὸ ψαλτικὰ ἤξερε ἐκτὸς ἀπ’ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη ποὺ ἔψαλλε τὸ Πάσχα.
Ἦταν πάντα πρόθυμος νὰ κάνει τὰ χατίρια τῶν ἄλλων χωρὶς νά ’χει καθόλου δικό του θέλημα. Ὅση στεναχώρια καὶ ἂν εἶχε κανείς, μόλις ἔβλεπε τὸν π. Παχώμιο τοῦ ἔφευγε καὶ εἰρήνευε. Ὅλοι τὸν ἀγαπούσαν. Ἀκόμη καὶ τὰ φίδια ποὺ τοὔ ’χαν ἐμπιστοσύνη καὶ δὲν ἔφευγαν, ὅταν τὸν ἔβλεπαν. (Στὴν περιοχὴ τῆς Καλύβης ὑπῆρχαν πολλὰ φίδια, γιατὶ ὑπῆρχαν πολλὰ νερά).
Οἱ ἄλλοι δύο πατέρες τῆς συνοδείας πολὺ φοβοῦνταν τὰ φίδια, μὰ ὁ γερο-Παχώμιος τὰ πλησίαζε χαμογελαστός, τὰ ἔπιανε καὶ τὰ ἔβγαζε ἔξω ἀπὸ τὸν φράχτη τους. Μιὰ μέρα, ἐνὼ πήγαινε βιαστικός σὲ μιὰ ἄλλη Καλύβη, στὸν δρόμο βρῆκε ἕνα μεγάλο φίδι, τὸ ὁποῖο τύλιξε στὴ μέση του σὰν ζώνη γιὰ νὰ τελειώσει πρῶτα τὴ δουλειά του καὶ μετὰ νὰ τὸ βγάλει ἔξω ἀπὸ τὴν περιοχή τους!
Ὁ π. Ἰάκωβος, τρόμαξε μόλις τὸν εἶδε καὶ ὁ π. Παχώμιος πολὺ παραξενεύτηκε ἀπ’ αὐτό. Μετὰ μοῦ ἔλεγε: «Δὲν ξέρω γιατὶ φοβᾶται τὰ φίδια. Ἐκεῖνος ὁ π. Ἄνδρέας φοβᾶται ἀκόμα καὶ τοὺς σκορπιούς» καὶ συνέχισε: «Έγὼ τοὺς μαζεύω στὴ χούφτα μου τοὺς σκορπιοὺς ἀπ’ τὰ ντουβάρια καὶ τοὺς πετάω ἔξω ἀπ’ τὴν Καλύβα. Τώρα ποὺ τρέμουν τὰ χέρια μου ἀπὸ τὸ Πάρκινσον, τὰ μεγάλα φίδια σβαρνίζοντας τὰ βγάζω ἔξω”.
Τὸν ῥωτάω: “Γιατὶ δὲν σὲ δαγκώνουν ἐσένα τὰ φίδια, γερο-Παχώμιε;”, γιὰ νὰ μοῦ ἀπαντήσει: «Κάπου γράφει ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς σ’ ἕνα χαρτὶ «ἐάν ἔχεις πίστη πιάνεις καὶ τὰ φίδια καὶ τοὺς σκορπιοὺς καὶ δὲν σὲ πειράζουν»…