«Πηγαίναμε ένα πρωί, από την Κόνιτσα στο Στόμιο στο Μοναστήρι για να λειτουργηθούμε. Όπως περπατούσαμε δίπλα στο ποτάμι, ξαφνικά αρχίσαμε να ακούμε θορύβους! Μέσα από τα κλαδιά, ξεπρόβαλε ένα τεράστιο ζώο, μια αρκούδα! Αρχίσαμε να τρέχουμε σαν να κάναμε κατοστάρι, φοβηθήκαμε το ζώο! Όλοι εκτός από τον Γέροντα Παΐσιο, που συνέχισε να περπατά στον ίδιο ρυθμό. Τρέξαμε να κρυφτούμε προς το μοναστήρι αλλά ήταν κλειστό! Στριμωχτήκαμε μπροστά στην πόρτα και περιμέναμε ποιον θα φάει η αρκούδα πρώτο! Ξαφνικά βλέπουμε μπροστά μας τον Γέροντα, με την αρκούδα να ακολουθεί από πίσω του, σαν γαϊδουράκι! Βγάζει από τον ντορβά του, ένα πρόσφορο από αυτά που είχε για την λειτουργία, της το δίνει, την ακουμπάει στο κεφάλι και της λέει «Κοιτά, μην ξανά φοβίσεις κανέναν εδώ! Αυτοί είναι προσκυνητές στην Παναγία! Άντε στο καλό τώρα!»… Έκανε μετάνοια η αρκούδα και έφυγε!»