Ψάλτες: Οι άνδρες στην Εκκλησία που ψέλνουν τα τροπάρια και απαντούν στον ιερέα εκ μέρους των πιστών.
Ψαλτήριον (ή κανονάκι): Έγχορδο μουσικό όργανο που χρησιμοποιούσε ο Προφητάναξ Δαβίδ όταν συνέθετε τους ψαλμούς.
Ψηφιδωτό: Ένα έργο τέχνης που έχει δημιουργηθεί με ψηφίδες, δηλαδή μικρά κομμάτια υλικών.
Ψαλμός: Θρησκευτικό άσμα. (Κείμενο από ένα ψαλμό του Δαβίδ.)
Ψηλάφησις: Το να ακουμπάς κάτι με τα δάχτυλα και να το περιεργάζεσαι για να δεις τι είναι, πώς είναι για να πειστείς ότι είναι όπως το βλέπεις. Ο Κύριος είπε στον Θωμά να ψηλαφήσει τα τραύματά του για να βεβαιωθεί ότι είναι Αυτός και όχι άλλος.
Ψυχοσώστης: Αυτός που σώζει ψυχές. Μία λέξη που μόνο στον Θεό μπορεί να αποδοθεί, αφού είναι ο μόνος που το μπορεί αυτό.