Στὴν Λαύρα τῶν Πυργίων ζοῦσε ἕνας γέρων ἀκτήμων, ὁ ὁποῖος πολλὲς φορὲς κατέφευγε στὶς ὄχθες τοῦ Ἰορδάνη ποταμού γιὰ νὰ ἡσυχάση γιὰ λίγο καιρό, καὶ μετὰ ἐπέστρεφε στὸ κελλί του.
Τὸ περίεργο μ’ αὐτὸν τὸν Γέροντα ἦταν, ὅτι ἔψαχνε πάντα νὰ βρῆ ἕνα μέρος, ὅπου νὰ κοιμᾶται κάποιο λιοντάρι. Ἐκεῖ κοιμόταν κι ἐκεῖνος. Καὶ ποτὲ κανένα λιοντάρι δὲν τὸν ἐπείραξε. Ἀντίθετα, ὅλα ἔδειχναν νὰ τὸν σέβωνται καὶ μοιράζονταν μαζί του τὸ κατάλυμά τους.
Μία ἡμέρα διάλεξε νὰ κοιμηθῆ δίπλα σὲ μιὰ λιονταρίνα, ποὺ ἦταν ἔγκυος. Τὸ πρωΐ, ὅταν ξύπνησε, διεπίστωσε ὅτι ἡ λιονταρίνα εἶχε γεννήσει δύο μικρά μέσα στὴν νύχτα, ἀλλὰ ἡ ἴδια εἶχε πεθάνει. Εἶχε φροντίσει, μάλιστα, πρὶν ἀφήσει τὴν τελευταία της πνοή, νὰ τοποθετήση τὰ μικρά της μπροστὰ στὰ πόδια τοῦ γέροντα, σὰν νὰ τοῦ τὰ ἐμπιστευόταν. Ὁ γέρων πῆρε τὰ δύο λιονταράκια, τὰ τύλιξε στὸ ἐπανώρασό του καὶ γύρισε στὴ Μονή. Ἐκεῖ τὰ ἔβαλε στὸ μέσον τῆς Ἐκκλησίας, μπροστὰ στοὺς ἀδελφούς του, καὶ εἶπε:
– Ἐὰν ἐτηρούσαμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου, ἀδελφοί, οἱ λέοντας θὰ μᾶς ἐφοβοῦντο· ἀλλὰ, ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας, φοβούμεθα ἐμεῖς αὐτούς.
(Από το βιβλίο «Ἡ ζωοφιλία τῶν Ἁγίων»).