Στὴν ἀρχαία Τρίκκη τῆς Ἐστιαιώτιδος, τὴ μετέπειτα πόλη τῶν Τρικάλων, γεννήθηκε τὸ 1384 ἀπὸ ἁπλοὺς ἀλλὰ εὐσεβεῖς γονεῖς, ὁ Κωνσταντίνος Μόρφης (μετέπειτα ὁσιομάρτυς Ἐφραίμ). Τὰ Τρίκαλα διακρίνονταν γιὰ τὴν ἀκμή τους κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ μεσαίωνα, ἐνῶ ὅταν σερβοκρατήθηκε ἡ περιοχὴ (14ος αἰώνας) κατέστησαν ἕδρα Σέρβων ἡγεμόνων. Λίγα χρόνια ἀργότερα, ποὺ ἐπεκράτησαν οἱ Ὀθωμανοὶ Τοῦρκοι, ἀναδείχθηκαν πρωτεύουσα τῆς Θεσσαλίας.
Τὰ πρῶτα ἐκεῖνα χρόνια ἡ σκληρότητα τῶν Ὀθωμανῶν ἦταν ὑπερβολική. Καὶ δὲν συγκρινόταν μὲ αὐτὴν ποὺ ἀκολούθησε τὴν ἄλωση τῆς Κωνσταντινούπολης (1453), ὅταν ὁ Μωάμεθ ὁ κατακτητὴς παρεχώρησε ὁρισμένα προνόμια στὸν Πατριάρχη καὶ τοὺς χριστιανικοὺς πληθυσμοὺς τῆς πρώην Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας. Στὶς ἀρχὲς λοιπὸν τοῦ 15ου αἰώνος ἄρχισε τὸ παιδομάζωμα καὶ στὴν περιοχὴ τῆς Θεσσαλίας μὲ σκοπὸ τὴ συγκρότηση σωμάτων στρατοῦ ἀπὸ γενιτσάρους. Τότε ἡ χήρα τοῦ Κωνσταντίνου Μόρφη, μὲ τὰ ἐφτὰ παιδιά, παρακίνησε τὸν 14χρονο γιο της νὰ ἀφήσει τὴν οἰκογένεια καὶ νὰ ἀναζητήσει μακρυὰ ἀσφαλὲς καταφύγιο γιὰ νὰ γλυτώσει ἀπὸ τὸ παιδομάζωμα. Ἔτσι ὁ Κωνσταντίνος, τὸ 1398, ἔχοντας ἀκουστὰ ὅτι στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τοῦ Πεντελικοῦ ὄρους (στὴν τοποθεσία «Ὄρος τῶν ἀμώμων», δηλ. τῶν καθαρῶ) ἀνθοῦσε ἡ ἀσκητικὴ ζωή, μετὰ ἀπὸ πεζοπορία ἡμερῶν καὶ πολλὲς προφλυάξεις, ἔφτασε στὴν περιοχή, ὅπου ἄκμαζε τότε ἡ πατριαρχικὴ καὶ σταυροπηγιακὴ Μονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Ἔγινε δεκτὸς ἀπὸ τὸν ἡγούμενο, στὸν ὁποῖο ἀφηγήθηκε τὰ καθ’ ἑαυτόν. Τὸν κατέταξε στὴν τάξη τῶν δοκίμων καὶ ὅταν μετὰ ἀπὸ μερικὰ χρόνια ἔφτασε στὴν κατάλληλη ἡλικία καὶ διαπίστωσε ὅτι εἶναι ἀποφασισμένος νὰ ἐφαρμόσει τὶς βασικὲς ἀρετές τοῦ μοναχικοῦ βίου (ὑπακοή, ἀκτημοσύνη, παρθενία), τὸν ἔκειρε μοναχὸ μὲ τὸ ὄνομα Ἐφραίμ.
Ὁ νέος μοναχός, ἔχοντας ἐπίγνωση τῆς ἀποστολῆς του, ἐπιδιδόταν μὲ φλογερὸ ζῆλο στὴν τήρηση τῶν ἀγγελικῶν ὑποσχέσεών του. Ὑπάκουος καὶ πρόθυμος, ταπεινὸς καὶ άθόρυβος, εὐγενὴς καὶ ἐργατικός, ἀποτελοῦσε παράδειγμα ἀκόμα καὶ γιὰ τοὺς παλαιότερους μοναχούς. Μὲ τὴν εὐλογία μάλιστα τοῦ ἡγουμένου, κατὰ διαστήματα ἄφηνε τὴ Μονὴ, ἀποσυρόταν ψηλότερα στὸ «Ὄρος τῶν ἀμώμων» καὶ σὲ μιὰ μικρὴ σπηλιὰ ἐπιδιδόταν σὲ αὐστηρότερη ἄσκηση καὶ ἐκτενέστερη προσευχή. Ἀλλὰ τὰ χρόνια ἦταν δύσκολα καὶ γιὰ τὴν περιοχὴ τῆς Ἀττικῆς. Διότι οἱ Τοῦρκοι ποὺ τὸ 1416 τὴν κατέλαβαν ἀπὸ τοὺς Φράγκους, πραγματοποιοῦσαν κατὰ διαστήματα ληστρικὲς ἐπιδρομὲς σὲ χωριὰ καὶ μοναστήρια, ἀποβλέποντας στὴν ἀρπαγὴ τυχὸν θησαυρῶν.
Μιὰ τέτοια ἐπιδρομὴ ἔκαναν οἱ Τοῦρκοι τὸ 1424 μ.Χ. καὶ στὴν Ἱερὰ Μονὴ Εὐαγγελισμοῦ. Καὶ ὄχι μόνο ἄρπαξαν ὅ,τι πολύτιμο σὲ ἱερὰ σκεύη καὶ ἀφιερώματα, ἀλλὰ κατέσφαξαν καὶ ὅλους τοὺς μοναχοὺς ποὺ βρίσκονταν σ’ αὐτήν. Κατὰ τὶς ἀνεξιχνίαστες βουλὲς τοῦ Θεοῦ, ὅταν συνέβη ἡ ἐπιδρομή, ὁ μοναχὸς Ἐφραίμ βρισκόταν στὴ μικρὴ σπηλιὰ τοῦ «Ὄρους τοῦ ἀμώμων». Καθὼς ἀργότερα κατέβηκε στὸ μοναστήρι, δὲν μποροῦσε νὰ πιστέψει σ’ αὐτὸ ποὺ ἀντίκρυζαν τὰ μάτια του: Στὴν αὐλή, στὰ κελιά, στὸν ἱερὸ ναὸ κείτονταν κατακρεουργημένοι ὁ ἡγούμενος καὶ οἱ μοναχοί! Ἐπιστρατεύοντας ὅλες τὶς δυνάμεις του, τοὺς κήδευσε καὶ ἀποσύρθηκε στὸ ἀσκητήριό του, φροντίζοντας κατὰ τὶς μεγάλες ἑορτὲς νὰ κατεβαίνει στὴ Μονή, γιὰ νὰ τελεῖ στὸν ναὸ της τὰ ἀπαιτούμενα.
Ἀυτὸ ἔκανε ακὶ τὴν 14η Σεπτεμβρίου τοῦ ἐπομένου ἔτους, 1425, ὅταν ξαφνικὰ ἐπέδραμαν καὶ πάλι Ὀθωμανοὶ στρατιῶτες. Τὸν συνέλαβαν καὶ, πιστεύοντας ὅτι αὐτὸς ἔχει κρύψει κάπου τοὺς θησαυροὺς ποὺ ἀναζητοῦσαν, ἐπιδόθηκαν σὲ συστηματικὰ καὶ ἀνελέητα βασανιστήρια, μὲ σκοπὸ νὰ τὸν κάνουν νὰ ὁμολογήσει. Τὰ ὅσα ὑπέστη θύμιζαν τὰ μαρτύρια τῶν ἀρχαίων ἀθλητῶν τῆς Πίστεως. Τὸν χτυποῦσαν μὲ ρόπαλα, τὸν λάκτιζαν, τὸν ὕβριζαν, τὸν ἔσερναν στὸ χῶμα δεμένον χειροπόδαρα, τοῦ τραγοῦσαν τὴ γενειάδα. Ἐνίοτε τὸν καλόπιαναν, τάζοντάς του τιμὲς καὶ δόξες ἂν ἀπαρνεῖτο τὴν Πίστη του καὶ προσκυνοῦσε τὸν Ἀλλάχ. Ὁ Ὁσιομάρτυς τὰ ὑπέμενε ὅλα μὲ ἀξιοθαύμαστη καρτερία καὶ ἡρωισμό, ἐνῶ μὲ παῤῥησία ὁμολογοῦσε ἀκλόνητη πίστη στὸν Κύριο.
Ἀπὸ τὶς 14 Σεπτεμβρίου 1425 μέχρι τὴν ἄνοιξη τοῦ 1426, οἱ Ὀθωμανοὶ τὸν ὐπέβαλαν σὲ ψυχικὰ καὶ σωματικὰ βασανιστήρια. Στὸ τέλος τὸν ὀδήγησαν στὸν «πολυαναμενόμενον θάνατον»: Τὸν κρέμασαν ἀνάποδα ἀπὸ τὰ κλαδιὰ μιᾶς μεγάλης μουριᾶς στὴν αὐλὴ τῆς Μονῆς (ὁ κορμὸς καὶ ξεροὶ κλῶνοι της σώζονται ὥς τὶς μέρες μας, μὲσα σὲ ἀνεγερθὲν παρεκκλήσιο), συνεχίζοντας νὰ τὸν βασανίζουν. Στὸ τέλος τὸν κάρφωσαν στὸν κορμὸ τῆς μουριᾶς καὶ ὁ πολύαθλος ὁσιομάρτυς παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Θεό. Ἦταν τρίτη 5 Μαΐου τοῦ 1426 καὶ ὁ μεγαλομάρτυς διήνυε τὸ 42ο ἔτος τῆς ἡλικίας του.
Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἐν ὄρει τῶν ἀμώμων ὥσπερ ἥλιος ἔλαμψας,
καὶ μαρτυρικῶς θεοφόρε, πρὸς Θεὸν ἐξηδήμησας,
βαρβάρων ὑποστὰς ἐπιδρομάς,
Ἐφραὶμ μεγαλομάρτυς τοῦ Χριστοῦ·
διὰ τοῦτο ἀναβλύζεις χάριν ἀεί, τοῖς εὐλαβῶς βοῶσι σοι·
Δόξα τῷ δεδοκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι,
δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.
Βήμα 1ο: Ας δούμε βίντεο από την Ιερά Μονή Οσίου Εφραίμ.
Βήμα 2ο: Ας δούμε την Ιερά Μονή Οσίου Εφραίμ στον χάρτη.