Γενέτειρα τοῦ ὁσίου Λουκᾶ ὑπῆρξε τὸ χωριὸ Καστρὶ (παλαιότερα Καστόριο) πλησίον τῶν Δελφῶν. Οἱ γονεῖς του Στέφανος καὶ Εὐφροσύνη, μὲ καταγωγὴ αἰγινήτικη, τὸν ἔφεραν στὸν κόσμο τὸ 896. Ὑπῆρξε τὸ τρίτο ἀπὸ τὰ ἑπτὰ τέκνα τους. Καθὼς μεγάλωνε ἔδειχνε μεγάλη ἔφεση πρὸς τὸν λιτὸ καὶ ἀσκητικὸ βίο, νηστεύοντας καὶ προσευχόμενος, βοηθῶντας ὅποιον εἶχε ἀνάγκη καὶ συμμετέχοντας στὶς ἐργασίες τῆς οἰκογένειας (ἔβοσκε τὰ πρόβατα, ἐργαζόταν στὰ χωριάφια κλπ). Ὀρφάνεψε ἀπὸ πατέρα σὲ ἡλικία 13 ἐτῶν. Τόση ἡταν ἡ ἡλικία του ὅταν ἀπὸ τὸν τόπο του πέρασαν δύο μοναχοί, προερχόμενοι ἀπὸ τὴ Ρώμη καὶ κατευθυνόμενοι πρὸς τοὺς Ἁγίους Τόπους. Ζήτησε νὰ τὸν πάρουν μαζί τους καὶ νὰ τὸν ἐμπιστευθοῦν σὲ κάποιο Μοναστήρι. Παρὰ τὶς ἀντιρρήσεις της ἡ μητέρα του συγκατένευσε. Ἔφυγε λοιπὸν ἀπὸ τὸ σπίτι μὲ τοὺς δύο μοναχοὺς κὶ αὐτοὶ τὸν ὁδήγησαν στὸν εὐσεβὴ ἡγούμενο ἀθηναϊκῆς Μονῆς, πιθανὸν τῆς Παντανάσσης στὸ Μοναστηράκι, ὅπου ἀργότερα ἐκάρη μοναχός.
Ποθώντας μονήρη καὶ ἀσκητικὸ βίο ἐπέστρεφε στὴν πατρίδα του, ἀνέβηκε στὸ ὄρος Βαρδούσια (τότε Ἰωάννίτζη) καὶ ἐπὶ ἑπτὰ χρόνια ἔζησε μὲ ἄκρα αὐστηρότητα γιὰ τὴν ἐκκοπὴ τῶν παθῶν καὶ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν. Παράλληλα ὡφελεῖ τοὺς Χριστιανοὺς ποὺ προσέρχονται στὸ ἀσκητήριό του καὶ διαμοιράζει ὅ,τι παράγει στὸν μικρὸ κῆπο ποὺ καλλιεργεῖ. Ὅλα αὐτὰ ὅμως διακόπηκαν αἰφνίδια τὸ ἔτος 917, ὅταν ἐπέδραμαν στὴν περιοχὴ Βούλγαροι. Ὁ ὅσιος ἄφησε τὸ ἀσκητήριό του καὶ κατέφυγε στὸ Ζεμενό Κορινθίας, ὅπου συνέχισε ἐπὶ δέκα χρόνια τοὺς πνευματικούς του ἀγῶνες, κάτω ἀπὸ τὴν καθοδήγηση ἐνάρετου στυλίτου ἀσκητή.
Μετὰ τὴν ὑπογραφὴ συνθήκης Βυζαντινῶν καὶ Βουλγάρων (927), ὁ ὅσιος Λουκὰς ἐπέστρεψε στὸ παλαιὸ ἀσκητήριό του συνεχίζοντας ἐπὶ δώδεκα χρόνια τὴν ἑρημική, πλήρη παλαισμάτων, ζωή του. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ φήμη τῆς ἁγιότητάς του προσέλκυε ὅλο καὶ περισσότερους Χριστιανούς, ποὺ ζητοῦσαν τὶς προσευχὲς καὶ τὶς συμβουλές του, ὁ ὅσιος ἀποσύρθηκε στὸ «Καζάμιον», μικρὸ λιμανάκι, κοντὰ στὰ Ἀντίκυρα Φωκίδος. Λίγο ἀργότερα ἐξαιτίας ἐπιδρομῶν Οὔγγρων, πήγε στὴ βραχονησίδα Ἀμπελών. Ἡ αὐστηρὴ καὶ λιτὴ ζωή του στὸ τέλος ἔκαμψαν τὶς σωματικές του δυνάμεις, ἐνῶ ἐπώδυνη ἀῤῥώστια ἄρχισε νὰ τὸν ταλαιπωρεῖ. Πιεζόμενος ἀπὸ τοὺς μοναχούς-μαθητές του ἐπέστρεψε τὸ 945 στὸ Στείριο (ἐξ οὗ καὶ Στειριώτης ἐπονομάζεται).
Ἔχοντας μόνιμο συνοδό τὴ φήμη του ὡς αὐστηροῦ καὶ ἁγίου μοναχοῦ προσέλκυε καὶ ἐπιφανεῖς ἀξιωματούχους, ὅπως τὸν διοικητή τοῦ «θέματος» τῆς Ἑλλάδος, τὸν πρωτοσπαθάριο Κρηνίτη (Ἀροτρά), μὲ τὸν ὁποῖον συνδέθηκε μὲ θερμὴ φιλία καὶ ὁ ὁποῖος βοήθησε στὴν ἀνέγερση τοῦ ἀρχικοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Βαρβάρας καὶ τῶν πρώτων κελιῶν τῆς Μονῆς Ὁσίου Λουκᾶ Λιβαδειᾶς. Ἡ βοήθεια συνεχίστηκε καὶ μετὰ τὴν κοίμησή του, ὅταν ἐπαληθεύτηκε ἡ πρόβλεψή του γιὰ ἀπελευθέρωση τῆς Κρήτης (961) ἐκ μέρους τοῦ Νικηφόρου Φῶκα ἀπὸ τοὺς Σαρακηνούς, ὁπότε ὁ αὐτοκράτορας Ρωμανὸς Β΄ προίκισε τὴ Μονὴ μὲ πλούσιες δωρεὲς καὶ βασιλικὲς χορηγίες.
Ὁ ὅσιος ἐκδήμησε εἰρηνικὰ τὸ ἔτος 953, τὸ δὲ σκήνωμά του, πηγὴ εὐλογίας καὶ θαυμάτων, φυλάσσεται στὴν Ἱερὰ Μονή. Ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 7 Φεβρουαρίου.
Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος α΄. Τῆς ἑρήμου πολίτης.
Τῆς Ἑλλάδος τὸ κλέος καὶ ὁσίων τὸ καύχημα,
καὶ τὸν τοῦ Στειρίου φωστῆρα, καὶ οἰκήτορα ὅσιον,
τιμήσωμεν ᾀσμάτων ἐν ᾠδαῖς, Λουκᾶν τὸν θεοφόρον εὐσεβῶς·
τῷ Χριστῷ γὰρ οἰκειοῦται διαπαντός, τοὺς πίστει ἀνακράζοντας·
Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι,
δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.
Βήμα 1ο: Ας δούμε το μέρος από το οποίο κατήγετο ο Άγιος.
Βήμα 2ο: Βρίσκω στους χάρτες τους Δελφούς.