Σε μια πευκόφυτη τοποθεσία, 3 χιλιόμετρα μακριά από το Χιλιομόδι, βρίσκεται η Μονή της Φανερωμένης, που είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου.
Αρχικά βρισκόταν ψηλότερα, σε απόσταση περίπου 4 χιλιομέτρων από τη σημερινή μονή, σε θέση με εξαιρετική εποπτεία της γύρω περιοχής και θέα μέχρι τον Ακροκόρινθο. Από την παλαιά μονή σώζεται το καθολικό του 13ου αιώνα με όμορφες αλλά φθαρμένες τοιχογραφίες, και τα ημι-ερειπωμένα κτήρια των κελιών.
Στην επανάσταση του 1821 η μονή είχε σημαντική υλική και πνευματική προσφορά, υπήρξε καταφύγιο του άμαχου πληθυσμού της περιοχής, και τόπος προσευχής σπουδαίων οπλαρχηγών, όπως ο Κολοκοτρώνης και ο Νικηταράς. Το 1854 η μονή υπέστη σοβαρές ζημιές από σεισμό, και το 1896 η αδελφότητα των μοναχών μεταφέρθηκε χαμηλότερα, στη νέα μονή, που είχε ιδρυθεί τον 16ο αιώνα και μέχρι τότε ήταν μετόχι της παλαιάς. Τότε μεταφέρθηκαν στη σημερινή τους θέση το τέμπλο του πρώτου ναού και η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Βρεφοκρατούσας. Το 1949 η μονή ανακαινίσθηκε και μετατράπηκε σε γυναικεία.
Το καθολικό είναι σταυροειδής ναός με τρούλο που στηρίζεται σε δύο κίονες και χρονολογείται στο 1896, καθώς τότε ανακαινίσθηκε, με τη μεταφορά της μονής. Στο εσωτερικό του σώζεται το περίτεχνο παλαιό ξυλόγλυπτο τέμπλο του 17ου αιώνα, που είναι διακοσμημένο με παραστάσεις από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, καθώς και η εικόνα της Θεοτόκου Φανερωμένης, που θεωρείται έργο του ευαγγελιστού Λουκά. Η Μονή διαθέτει κειμήλια και άγια λείψανα, ανάμεσα στα οποία είναι και η κάρα του αγίου Σωφρονίου, πατριάρχου Ιεροσολύμων. Έξω από τη μονή υπάρχει μικρός ναός της Αγίας Μαρίνας, που χρονολογείται στον 16ο αιώνα και έχει αγιογραφηθεί από τον σπουδαίο ζωγράφο της εποχής, Δημήτριο Κακκαβά.
Η μονή δεν διαθέτει ξενώνες. Πανηγυρίζει στις 23 Αυγούστου με τριήμερο εορτασμό και λιτάνευση της εικόνας από την παλαιά στη νέα μονή.
Η μονή επίσης πανηγυρίζει του Αγίου Σωφρονίου (11 Μαρτίου), της Ζωοδόχου Πηγής (Παρασκευή της Διακαινησίμου), της Αγίας Μαρίνας (17 Ιουλίου) και του Αγίου Νεκταρίου (9 Νοεμβρίου).
Η μονή Αγίου Γεωργίου Φενεού βρίσκεται σε υψόμετρο 1.500 μ., πάνω από την τεχνητή λίμνη Δόξα, και αποτελεί πόλο έλξης πολλών επισκεπτών. Η μονή, με τη μεγάλη ιστορία και την πλούσια υλική και πνευματική προσφορά στην περιοχή και σε ολόκληρη τη χώρα, αναφέρεται και ως μονή Αγίου Γεωργίου «του Φονιά», ονομασία που πιθανόν προέρχεται από παραφθορά της λέξης Φενεός ή από το γειτονικό χωριό Φονιάς.
Στη σημερινή της θέση, η μονή χτίστηκε στο τέλος του 17ου αι. Από την προγενέστερη, το λεγόμενο Παλαιομονάστηρο, το οποίο βρισκόταν 1,7 χλμ. νότια της σημερινής μονής, διασώζεται μόνο το καθολικό, που έχει μετονομαστεί σε ναό Αγίου Φανουρίου. Η μονή είχε ιδρυθεί τον 14ο αι. από μοναχό καταγόμενο από τα Καλάβρυτα και μεταφέρθηκε όταν μια μεγάλη πλημμύρα στην περιοχή του Φενεού -το 1693, σύμφωνα με επιγραφή στην είσοδό της- ανάγκασε τους μοναχούς να αναζητήσουν ασφαλέστερη τοποθεσία. Το 1754 η μονή ανακαινίστηκε λόγω των καταστροφών προκληθείσα από πυρκαγιά που προηγήθηκε. Σύμφωνα με τον κατάλογο του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως για τα έτη 1797-1798, η μονή ήταν εξαρχής σταυροπηγιακή, δηλαδή υπαγόταν απευθείας στο Πατριαρχείο. Παράλληλα, οι μεγάλες χρηματικές προσφορές εύπορων κατοίκων της περιοχής, κατέστησαν τη μονή σπουδαία οικονομική δύναμη στην περιοχή.
Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, η μονή στήριξε οικονομικά τον αγώνα των Ελλήνων και φιλοξένησε «κρυφό σχολειό». Επιπλέον, εδώ συνερχόταν το Αρχηγείο της Φιλικής Εταιρείας, υπό τον ηγούμενο Ναθαναήλ και με τη συνδρομή και άλλων ηγουμένων από γειτονικές μονές, κι έγιναν πολλές συνεδριάσεις οπλαρχηγών, με επικεφαλής τον Θ. Κολοκοτρώνη.
Μετά τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους, η μονή και άλλα μοναστήρια της περιοχής, συνεισέφεραν οικονομικά στην ίδρυση του Ελληνομουσείου στην Κόρινθο, το οποίο συνέβαλλε στη μόρφωση των Ελλήνων. Προσέφερε, επίσης, ηθικά, κοινωνικά και θρησκευτικά σε όλα τα χρόνια της νεοελληνικής ιστορίας, καθώς και στην Κατοχή, στη διάρκεια της οποίας κατέστη τόπος μαρτυρίου για πολλούς αγωνιστές και απώλεσε την οικονομική της δύναμη.
Το σημερινό τριώροφο μοναστήρι δεσπόζει στην περιοχή της λίμνης και προσφέρει στον επισκέπτη μια πανοραμική και επιβλητική θέα στο άγριο και παρθένο τοπίο. Διαθέτει εσωτερική αυλή, στην οποία βρίσκεται το καθολικ [βασιλική με τρούλο με εξαιρετικές αγιογραφίες κρητικής τεχνοτροπίας, έργο του Παναγιώτη από τα Ιωάννινα (1754)]. Εξαιρετικό είναι και το επιχρυσωμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο, με παραστάσεις από την Παλαιά και Καινή Διαθήκη, διπλό δωδεκάορτο, καθώς και το μαρτύριο του Αγίου Γεωργίου. Το τέμπλο φιλοτεχνήθηκε και διακοσμήθηκε την περίοδο 1762-68, πιθανότατα από τον ίδιο καλλιτέχνη.
Στα Γεράνεια Όρη, πάνω από το Λουτράκι, αντίκρυ της πόλης της Κορίνθου, είναι χτισμένη η Ιερά Μονή του Αγίου Παταπίου, όπου φυλάσσεται το θαυματουργό σκήνωμά του. Είναι από αυτές τις μονές που δέχονται καθημερινά εκατοντάδες προσκυνητές από όλη τη χώρα. Πρόκειται για ζωντανό μνημείο της Ορθοδοξίας, το οποίο φροντίζουν με απόλυτο σεβασμό δεκάδες μοναχές. Αν και πρόκειται για σημαντικό μοναστήρι, χτίστηκε μόλις το 1952, σε συνέχεια ενός αρχαίου ασκητηρίου, το οποίο χρονολογείται κατά τον 13ο αιώνα.
Άφθαρτο σώμα 1500 ετών!
Η ανεύρεση του Λειψάνου και η νέα Μονή
Το έτος 1904 υπηρετούσε στο Λουτράκι ως εφημέριος ο ευλαβής ιερέας Κωνσταντίνος Σουσάνης. Κάπου – κάπου ανέβαινε και λειτουργούσε και στον ναΐσκο Σπήλαιο, στην πλαγιά πάνω από την πόλη. Καθώς ο ίδιος ήταν ψηλός, δυσκολευόταν κατά την ιερουργία, γιατί η οροφή του Σπηλαίου και τα πλαϊνά του ήταν χαμηλά. Έτσι ανέθεσε στον Βασ. Πρωτοπαπά να το διευρύνει, λαξεύοντας, τον χώρο. Καθώς εκείνος λάξευε προς το δυτικό σημείο του σπηλαίου διαπίστωσε ότι εκεί δεν υπήρχε βράχος αλλά τοιχίο.
Με ιδιαίτερη προσοχή και δέος συνέχισε την καθαίρεση του τοιχίου, όποτε με ευχάριστη έκπληξη και θαυμασμό απεκάλυψε «ἄφθορον καὶ εὐωδιάζον» το ιερό Σκήνωμα του Οσίου, τη μεμβράνη με το όνομά του, τον ξύλινο Σταυρό, τα βυζαντινά νομίσματα, μικρά οστά και τρεις κάρες, προφανώς άγνωστων ασκητών, που είχαν ασκηθεί προγενέστερα στο σπήλαιο. Το ιερό Σκήνωμα, για λόγους ασφαλείας, φυλάχθηκε προσωρινά στο σπίτι του ιερέως Κωνσταντίνου Σουσάνη, στο Λουτράκι.
Το 1936, με πρόνοια του τότε μητροπολίτου Κορίνθου Δαμασκηνού (μετέπειτα αρχιεπισκόπου Αθηνών) τοποθετήθηκε σε καλλιτεχνική, ξυλόγλυπτη λειψανοθήκη, στην οποία και αναπαύεται μέχρι σήμερα, εναποτεθειμένη στο Σπήλαιο ασκητήριο, όπου και δέχεται τις τιμές, τις προσευχές, τις δεήσεις και τις ευχαριστίες όλων των ευλαβών προσκυνητών της Μονής και εκείνων τους οποίους παντοιοτρόπως ευεργετεί θαυματουργικά με τις θεοπειθείς πρεσβείες του στον θρόνο του ελεήμονος Θεού! Η εύρεση του ιερού Λειψάνου πανηγυρίζεται στη Μονή την Τρίτη του Πάσχα (Διακαινησίμου), οι δε μοναχές και οι συρρέοντες πιστοί ψάλλουν χαρμόσυνα: «Νῦν ἡμεῖς κεκτημένοι τὸ ἱερὸν σὸν λείψανον ὡς θησαυρὸν θεόσδοτον, πολλῷ μᾶλλον ἀγαλλόμεθα, τὴν πρὸς ἡμᾶς σου κηρύττοντες, πολλὴν κηδεμονίαν· ἐξ αὐτοῦ γὰρ λαμβάνομεν ἁγιασμοῦ τὰς δωρεᾶς, καὶ πᾶσαν ὄνησιν σωτήριον καὶ δυσχερῶν ἀπαλλαγήν.» (Ιδιόμελον της Λιτής).