Στὸ κέντρο καταπράσινων καὶ πανύψηλων βουνῶν, στὰ νότια του νομοῦ Εὐρυτανίας καὶ μόλις 36 χιλιόμετρα ἀπὸ τὸ Καρπενήσι, βρίσκεται ἐδῶ καὶ χίλια περίπου χρόνια τὸ ἱστορικὸ καὶ σὲ ὅλους μας ἀκουστὸ μοναστήρι τῆς Κυρᾶς τῆς Ρούμελης, τῆς Παναγίας τῆς Προυσιώτισσας περιτριγυρισμένο ἀπὸ ἀπότομους καὶ ἄγριους βράχους ποὺ προκαλοῦν δέος ποὺ καὶ μόνο τοὺς ἀτενίζεις. Τὸ μοναστήρι εἶναι ἱστορικό, ἁγιασμένο ποὺ ἡ φήμη τοῦ ξεπέρασε τὰ στενὰ ὅρια τῆς Ρούμελης, τῆς Θεσσαλίας ἀλλὰ καὶ τῆς χώρας. Κατὰ χιλιάδες προστρέχουν οἱ πιστοὶ στὴν χάρη της, ἄλλοι νὰ τὴν ἐπικαλεστοῦν καὶ ἄλλοι θερμὰ νὰ τὴν εὐχαριστήσουν. Ὄχι μόνο τὸν Αὔγουστο ὅπου καὶ ἑορτάζει τὸ μοναστήρι ( στὶς 23 Αὐγούστου ἡμέρα ἀποδόσεως τῆς Κοίμησης τῆς Θεοτόκου καὶ συνάμα ἡμέρα εὑρέσεως τῆς θαυματουργοῦ εἰκόνας ) ἀλλὰ καὶ ὅλο τὸ χρόνο, ἄνθρωποι γονατιστοί, ἄλλοι μὲ λαμπάδες καὶ τάματα, μάνες μὲ παιδιὰ στὴν ἀγκαλιά, ἡλικιωμένοι ποὺ μὲ δυσκολία περπατοῦν, νέοι ποὺ ζητοῦν τὴν παρηγοριὰ ,γονεῖς μὲ τὰ παιδιά τους… Ὅλοι προσμένουν καρτερικὰ στὴν σειρά, γιὰ νὰ φτάσουν στὸ μικρὸ καὶ σκοτεινὸ ναό, καθολικό της Ἱερᾶς Μονῆς, γιὰ νὰ φτάσουν στὴ Χάρη Της, νὰ ἀκουμπήσουν τὰ γεμάτα πίστη χείλη τους στὴν σεβάσμια εἰκόνα τῆς Παναγίας, νὰ λάβουν τὶς δωρεές Της καὶ τὶς εὐλογίες Της. Ὅλους μας περιμένει ἡ Παναγία, ὅλους ἀνεξαρτήτως οἰκονομικῆς κατάστασης, ἀνεξαρτήτως φύλου, γένους φυλῆς. Μία εἶναι ἡ μεγάλη μας μάνα, ἡ μάνα ποὺ στοργικὰ περιμένει τὰ παιδιά Της νὰ ἔλθουν κοντά Της καὶ νὰ ζητήσουν τὶς μεσιτεῖες Της.
Στὰ νοτιοδυτικά της Εὐρυτανίας, στὶς ἀπολήξεις τῶν βουνῶν Καλιακούδα καὶ Χελιδώνα βρίσκεται ἀπὸ τὸν 9ο αἰώνα ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Προυσιώτισσας, στὶς νότιες κορυφογραμμὲς τῆς Πίνδου, διάλεξε ἡ Κυρὰ τῆς Ρούμελης νὰ χτίσει τὸ σπίτι της, μακριὰ ἀπὸ πόλεις καὶ θορύβους ἀλλὰ κοντὰ σὲ φτωχούς, ἄσημους βοσκοὺς καὶ σὲ ἄγριους τόπους . Κοιτώντας ἀπὸ ψηλὰ τὸ μοναστήρι θαρρεῖς ποὺ εἶσαι σὲ οὐράνια κλίμακα, αἰσθάνεσαι τὴν μηδαμινότητα τοῦ ἀνθρώπου ἀλλὰ παράλληλα αἰσθάνεσαι καὶ τὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ Δημιουργοῦ ποὺ « τὰ πάντα ἐν σοφία ἐποίησε ». Βλέπεις ὁλόκληρή της Ἱερὰ Μονὴ ἀπὸ ψηλὰ καὶ αἰσθάνεσαι τὸ νοερὸ χέρι τῆς Παναγίας νὰ σὲ κρατεῖ, βλέπεις τὸ καμπαναριὸ μὲ τὶς μελωδικότατες καμπάνες, βλέπεις τὰ σήμαντρα, τὸ τάλαντο, τὰ κελιὰ τῶν φιλόξενων μοναχῶν, τὸ Συνοδικὸ ( χῶρος γιὰ ὑψηλὰ προσκεκλημένα ἄτομα κατὰ τὴν πανήγυρη τῆς Μονῆς), τὸ βαπτιστήριο μὲ τὸν ἱερὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Πάντων, τὸ κοιμητήριο τῶν πατέρων τῆς Μονῆς, τοὺς τριώροφους ξενῶνες γιὰ τοὺς προσκυνητὲς καὶ τὸ καθολικὸ ὅπου τελοῦνται οἱ ἱερὲς ἀκολουθίες καθημερινὰ πρὸς δόξαν τοῦ Τριαδικοῦ μας Θεοῦ καὶ τῆς οἰκοδέσποινας τῆς Μονῆς, τῆς Παναγίας Προυσιώτισσας.
Ἀπὸ ποὺ ὅμως ἦρθε καὶ μὲ ποιὸ τρόπο ἡ εἰκόνα τῆς Παναγιᾶς;
Τὸν καιρὸ ποὺ βασίλευε ὁ εἰκονομάχος Θεόφιλος στὴν Κωνσταντινούπολη, ἄρχισε μεγάλο διωγμὸ κατὰ τῶν Ἁγίων εἰκόνων καὶ ἔστειλε βασιλικὲς διαταγὲς σὲ κάθε πόλη καὶ χώρα, διατάζοντας τοὺς ὀρθόδοξους καὶ ἀπειλώντας τους μὲ βασανιστήρια καὶ ἐξορίες γιὰ νὰ κατεβάσουν τὶς Ἁγίες εἰκόνες καὶ νὰ τὶς κάψουν ἢ νὰ τὶς καταστρέψουν. Ὅσοι πείθονταν σὲ αὐτὴ τὴ βασιλικὴ διαταγὴ ἔπαιρναν ἀξιώματα καὶ τιμὲς ὅσοι ὅμως ἀρνοῦνταν νὰ καταστρέψουν τὶς Ἁγίες εἰκόνες τότε τοὺς ἐκτελοῦσε εἴτε μὲ ἀπάνθρωπα βασανιστήρια εἴτε τοὺς ἐξόριζε.
Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ τὸ 829 μ.Χ ἡ σεβάσμια εἰκόνα τῆς Παναγίας βρισκόταν σὲ μία πόλη τῆς Τουρκίας, στὴν Προῦσα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ὅπως τιμοῦσαν τὴν Ἁγιὰ Σοφιὰ στὴν Κωνσταντινούπολη, ἔτσι ἀκριβῶς οἱ πιστοὶ τιμοῦσαν τὸν ναὸ ποὺ βρισκόταν ἡ ἱερὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἀφοῦ ἔπεσε βασιλικὴ διαταγὴ νὰ καταστραφοῦν ὅλες οἱ ἱερὲς εἰκόνες ἕνα ἀρχοντόπουλο, γιὸς ἑνὸς ἄρχοντα τῆς βασιλικῆς αὐλῆς, κινούμενος ἀπὸ θεῖο ζῆλο καὶ βλέποντας τὰ θαύματα ποὺ καθημερινὰ ἔκανε ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας δὲν θέλησε νὰ ὑπακούσει στὴν διαταγὴ αὐτὴ καὶ νὰ καταστρέψει τὴν θαυματουργὴ εἰκόνα . Αὐτὸς λοιπὸν ὁ εὐσεβὴς νέος πῆρε τὴν εἰκόνα αὐτὴ καὶ κατέφυγε στὰ μέρη τῆς Ἑλλάδας ὅπου θὰ μποροῦσε νὰ ἡσυχάσει ἀπὸ τοὺς μανιώδους αἱρετικούς.
Ἐνῶ ὁ νέος αὐτὸς εἶχε κατέβει μὲ τὴν ἱερὴ εἰκόνα ὡς τὴν Καλλίπολη τῆς Θράκης ἄγνωστο πῶς ἡ εἰκόνα χάθηκε. Ποιὸς μπορεῖ νὰ περιγράψει τὰ δάκρυα καὶ τὴν πίκρα τοῦ ἀρχοντόπουλου, χτυπιόταν καὶ ὀδυρόταν καὶ ἀναστενάζοντας συνεχῶς ἔκλεγε πιστεύοντας ὅτι ἡ εἰκόνα ἐξαφανίστηκε λόγω τῆς ἁμαρτωλότητάς του. Ἀφοῦ ἔμεινε ἀρκετὲς μέρες κλαίγοντας εἶπε στὸν ἑαυτό του: « Παρόλο ποὺ ἡ Κυρία μου Θεοτόκος θέλησε νὰ φυλάξει μόνη Της τὴν ἁγία Εἰκόνα, ἐγὼ δὲν γυρίσω πίσω στὴν πατρίδα μου γιατί δὲν μπορῶ νὰ βλέπω νὰ καταστρέφουν τὶς Ἁγίες εἰκόνες καὶ νὰ καταπατοῦν τὰ Ἅγια σύμβολα τῆς Ἐκκλησίας μου ». Μὲ αὐτοὺς τοὺς λογισμοὺς ἦρθε καὶ κατοίκησε στὴν Ὑπάτη κοντὰ στὴ σημερινὴ Λαμία καὶ ἔκτισε ἕνα μικρὸ ἐκκλησάκι γιὰ νὰ παρηγορηθεῖ γιὰ τὴν ξενιτιά του.
Ἕνα παιδὶ ἀπὸ τοὺς βοσκούς, φύλαγε τὰ γίδια τοῦ πατέρα του καὶ μία νύχτα ἐκεῖ ποὺ κοιμόταν ἐκεῖ περίπου ποὺ εἶναι τὸ σημερινὸ κοιμητήριο τῆς Μονῆς, δίπλα ἀπὸ τὸ κρυφὸ σχολειό, ἀκούει ξαφνικὰ πίσω του γλυκοὺς καὶ ἁπαλοὺς ὕμνους. Ἀπὸ τὸ φόβο τοῦ ξύπνησε καὶ ἐνῶ σκεφτόταν νὰ βρεῖ ἀπὸ ποῦ ἔρχονται οἱ ὕμνοι αὐτοὶ βλέπει ξαφνικὰ ἕνα πύρινο στύλο, μία φωτεινὴ δέσμη ποὺ ξεκινοῦσε ἀπὸ μία σπηλιὰ καὶ ἔφτανε ὡς τὸν οὐρανό. Στὴν ἀρχὴ σκέφτηκε ὅτι ἦταν οὐράνιο τόξο, ἔπειτα πάλι μονολογοῦσε ὅτι τὸ οὐράνιο τόξο ἀφενὸς βγαίνει τὴν ἡμέρα, ἀφετέρου εἶναι καμπυλωτὸ σὲ σχῆμα, ἐνῶ ἡ φωτεινὴ αὐτὴ στήλη ἦταν κατακόρυφη ὡς τὸν οὐρανό. Φεύγει λοιπὸν κατατρομαγμένο στὸν πατέρα του καὶ τοῦ ἀναφέρει τὸ παράδοξο αὐτὸ γεγονός. Ὁ πατέρας τοῦ ἀρχικὰ δὲν τὸ πίστεψε, ἀλλὰ πὰρ ὅλες τὶς ἐπιμονὲς τοῦ παιδιοῦ του, τὴν ἄλλη νύχτα πηγαίνουν μαζὶ καὶ ὢ τοῦ θαύματος!!! Οἱ γλυκειὲς μελωδίες συνεχιζόταν καὶ ὁ πυρσὸς ξεκινοῦσε πάλι ἀπὸ τὸ σπήλαιο καὶ ἔφτανε σὸν οὐρανό. Τὴν ἄλλη μέρα τὸ παιδὶ μαζὶ μὲ τὸν πατέρα καὶ μερικοὺς ἄλλους βοσκοὺς ἐξερευνοῦν τὸ σπήλαιο καὶ βλέπουν τὴν Ἁγία εἰκόνα νὰ φεγγοβολᾶ καὶ νὰ ἀστράφτει. Ἀφοῦ τὴν προσκύνησαν καὶ χάρηκαν ποὺ βρῆκαν ἕνα τέτοιο θησαυρό, ἄνοιξαν μονοπάτι πρὸς τὸ σπήλαιο γιὰ νὰ ἀνάβουν καθημερινὰ ἕνα καντηλάκι μπροστὰ στὴν Χάρη Της. Μὲ ποιὸ ὅμως τρόπο ἦρθε μόνο ὁ Θεὸς ξέρει.
Μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες τὸ γεγονὸς αὐτὸ μαθεύτηκε στὶς γύρω πόλεις καὶ περιοχὲς καὶ ἔφτασε στὰ αὐτιὰ τοῦ ἀρχοντόπουλου ποὺ τὴν μετέφερε ἀπὸ τὴν Προῦσα. Χωρὶς νὰ χάσει καιρὸ πῆρε μαζί του τοὺς δούλους του καὶ ἔτρεξε σὲ ἐκεῖνα τὰ μέρη ἀναζητώντας αὐτὸ ποὺ ἐπιζητοῦσε. Μετὰ ἀπὸ δύο μέρες ἔφτασε καὶ μόλις τὴν ἀντίκρισε, τὴν ἀναγνώρισε ἀμέσως καὶ ἔπεσε κάτω προσκυνώντας Τὴν. Ποτάμι τὰ δάκρυα ἔτρεχαν ἀπὸ τὰ μάτια του, δάκρυα χαρᾶς γιὰ τὴν εὕρεση τοῦ θησαυροῦ του. Ἔπειτα ἀφοῦ φιλοδώρησε τοὺς χωρικοὺς ποὺ τὴν βρῆκαν πῆρε τὴν εἰκόνα γιὰ νὰ ἐπιστρέψει στὴν Ὑπάτη λέγοντάς τους : « Ἀδελφοί μου μὴ διαμαρτύρεστε ἐναντίον μου διότι ἀφενὸς ἡ εἰκόνα εἶναι δίκη μου καὶ ἔπειτα ὁ τόπος αὐτὸς δὲν εἶναι κατάλληλος οὔτε γιὰ χτίσιμο ἐκκλησίας οὔτε γιὰ συνάξεις προσκυνητῶν».
Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια ἄφησε λυπημένους τοὺς βοσκοὺς καὶ αὐτὸς πῆρε τὴν Ἁγία εἰκόνα καὶ ἀναχώρησε. Καθὼς ἔφτασαν σὲ κάποιο ὕψωμα τοῦ δρόμου κουράστηκαν καὶ ἔβαλαν τὴν εἰκόνα σὲ ἕνα ἐρειπωμένο ἐκκλησάκι γιὰ νὰ ξαποστάσουν. Ἐνῶ ἀποκοιμήθηκαν, ὅταν ξύπνησαν δὲ βρῆκαν τὴν εἰκόνα καὶ ὁ ἄρχοντας σκέφτηκε ὅτι τοὺς παρακολουθοῦσαν οἱ βοσκοὶ καὶ ἦρθαν κρυφὰ καὶ τὴν ἔκλεψαν. Καθὼς ἐπέστρεφαν πίσω, τὸ ἀρχοντόπουλο ἄκουσε μία γυναικεία φωνὴ λέγοντάς του : « Ὢ νέε σώσου καὶ πήγαινε στὸ καλό, διότι ἐγὼ ἀναπαύομαι καλύτερα σὲ αὐτοὺς τοὺς ἄγριους καὶ ὀρεινοὺς τόπους μὲ ἁπλοϊκοὺς βοσκοὺς παρὰ σὲ μεγαλουπόλεις μὲ πλούσιους ἄρχοντες. Ἂν θέλεις νὰ μείνεις μαζί μου ἔλα καὶ θὰ ναὶ καὶ γιὰ καλό σου » καὶ ξαφνικὰ πάνω στὸ βουνὸ δημιουργήθηκε τὸ τύπωμα τῆς Παναγίας μία τρύπα στὴν κορυφὴ τοῦ βουνοῦ σὲ μέγεθος ἴση μὲ τὴν εἰκόνα καὶ κατὰ ὕψος τοῦ βουνοῦ ἐμφανίστηκαν ἀποτυπώματα ἀνθρωπίνου πέλματος. Περπάτησε δηλαδὴ ἡ Παναγία πρὸς τὴν κορυφὴ τοῦ βουνοῦ διαπερνόντας τὸ γιὰ νὰ φτάσει καὶ πάλι στὴν θέση ὅπου αὐτὴ διάλεξε νὰ γίνει τὸ μόνιμο κατοικητήριό της ἐδῶ καὶ χίλια περίπου ἔτη.
Αὐτὰ τὰ ἄκουσε τὸ ἀρχοντόπουλο μὲ προσοχὴ καὶ ἐλευθέρωσε τοὺς δούλους του καὶ γύρισε πάλι στὸ σημεῖο εὑρέσεως τῆς εἰκόνας καὶ ἐγκατέλειψε τὰ ἐγκόσμια καὶ ἀφοσιώθηκε στὴν ὑπηρεσία τῆς Παναγίας. Ἔτσι λοιπὸν ἔχουμε τοὺς πρώτους μοναχοὺς ποὺ ἐγκαταστάθηκαν στὸν ἱερὸ αὐτὸ τόπο, ποὺ διάλεξε ἡ Κυρὰ τῆς Ρούμελης νὰ χτίσει τὸ αἰώνιο σπίτι της, τὸ ἀρχοντόπουλο ποὺ πῆρε τὸ μοναχικὸ ὄνομα Διονύσιος καὶ ὁ δοῦλος του ποὺ πῆρε τὸ ὄνομα Τιμόθεος. Ἑκατοντάδες ὑπῆρξαν συνολικὰ οἱ μοναχοὶ ποὺ διάβηκαν στὸ ψηφιδωτό του χρόνου τὸ κατώφλι ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ Μονὴ τῆς Παναγίας τῆς Προυσιώτισσας, ἁγιάστηκαν καὶ ἁγίασαν.
Ἡ παράδοσις τοποθετεῖ τὴν ἵδρυσι τοῦ Μοναστηριοῦ στὶς ἀρχὲς τοῦ ΙΒ’ αἰῶνος, συγκεκριμένα στὸ 1111. Πολλοὶ τὸ θέλουν «Βασιλικό». «Βασιλομονάστηρο» τὸ ἀποκαλοῦσαν oι παλαιοὶ καὶ πίστευαν πὼς τὸ ἔχτισε ἡ Ἁγία Θεοδώρα, Βασίλισσα τῆς Ἄρτας. Ὅμως ἡ Ἅγια αὐτὴ Βασίλισσα ἔζησε ἀργότερα, τουλάχιστον μετὰ ἑκατὸ χρόνια. Ἑπομένως δὲν μπορεi νὰ εἶναι κτιτόρισσα, μπορεῖ ὅμως νὰ βοήθησε γιὰ τὴν ἀνάδειξί του. Ἔχομε μαρτυρίες ὅτι βοήθησε πολλὰ μοναστήρια τῆς περιοχῆς. Ἡ Εὐρυτανία ἦταν τότε στὴν ἐπικράτειά της. Γιατί νὰ ἑξαιρεθῆ τὸ μοναστήρι τῆς Τατάρνας; Ἄλλωστε ἡ παράδοσις εἶναι ἀρκετὰ ἰσχυρή.
Τί ἀπέμεινε ἀπὸ τὸ πρῶτο ἐκεῖνο κτίσμα; Ἐρείπια μόνο στὴν θέσι «Παληομονάστηρο». Μπερδεύτηκαν τόσο μὲ νεώτερα ἐρείπια καὶ ἀναστατώθηκε τόσο ἡ περιοχὴ μὲ τὴν κατολίσθησι τοῦ 1963 ποὺ εἶναι ἀδύνατον νὰ ξεχωρισθοῦν τὰ πρῶτα κτίσματα ἀπ’ τὰ δεύτερα. Ἔγινε μικρὴ κοσμογονία καὶ ἕνας χαλασμός, ποὺ δὲν ξεχωρίζει τίποτε. Ὑπάρχουν ὄγκοι ἀτόφιοι παλαιῶν κτιρίων, τοῖχοι σύσσωμοι ἀναποδογυρισμένοι. Ὅλα φύρδην-μείγδην. Καὶ ἡ βλάστησις ὀργιάζει.
Ἀπ’ αὐτὸ τὸ παλαιὸ «Βασιλομονάστηρο» πρέπει νὰ προέρχεται ἡ ψηφιδωτὴ Ἱερὰ Εἰκὼν τῆς ‘Ἄκρας Ταπεινώσεως τοῦ ΙΒ’-ΙΓ’ αἰῶνος, ποὺ σώζεται μέχρι σήμερα ὠς «θησαυρὸς ἀποθετὸς» στὸ Σκευοφυλάκειο τῆς Μονῆς. Γι’ αὐτὴ τὴν Εἰκόνα ὁμιλεῖ μὲ πολὺ σεβασμὸ ἡ παράδοσις. Λέει σχετικά:
Ἀπέναντι, στὰ βουνὰ τοῦ Βάλτου, πέρα ἀπ’ τὸν Ἀχελῶο, κάποιος ἁγνὸς καὶ εὐλαβὴς βοσκὸς φύλαγε τὰ πρόβατά του. Ξαφνικὰ κάποιο βράδυ βλέπει ἔκπληκτος ἕνα ζωηρὸ φῶς νὰ λάμπη στὸ σκοτάδι, ἀκριβῶς ἀπέναντι, κατὰ τὴν πλευρὰ τῆς Εὐρυτανίας. Τοῦ ἔκαμε μεγάλη ἐντύπωσι. Ὁ τόπος ἐκεῖ ὅπου φαίνονταν τὸ φῶς ἤξερε ὅτι ἦταν ἔρημος. Τὸ φῶς ἐκεῖνο ἦταν λαμπρό, δὲν ἦταν φωτιὰ ποὺ μποροῦσαν νὰ ἀνάψουν ποιμένες τὴν νύχτα. Τὴν ἄλλη νύχτα τὸ φῶς ξαναφάνηκε. Ἔφεγγε ὅλη τὴν νύχτα. Μὲ τὸ χάραμα χανόταν. Ξαναφάνηκε καὶ τὴν τρίτη νύχτα. Κατάλαβε ὁ ἀγαθὸς τσοπάνης, ὅτι ἦταν σημάδι θεϊκό. Εἶχε ἀκούσει ὅτι μὲ φῶς φανερώθηκαν πολλὲς Εἰκόνες. Ἦταν κάλεσμα γιὰ κάτι ἱερὸ ποὺ κρυβόταν γιὰ χρόνια καὶ ἔπρεπε νὰ φανερωθῆ. Πῶς ὅμως νὰ ἐντοπίση τὸ σημεῖον; Τὴν ἡμέρα ποὺ φαινόταν ὁ τόπος δὲν φαινόταν τὸ φῶς. Τὴν νύχτα ποὺ φαινόταν τὸ φῶς, δὲν διεκρίνετο ἡ περιοχή. Καὶ ἦταν ἀρκετὰ μακρυά. Ξάφνου, τὴν τρίτη νύχτα ὁ νοῦς τοῦ φωτίσθηκε. Ἔμπηξε στὴ γῆ μία διχάλα. Ἀκούμπησε πάνω σ’ αὐτὴ τὴν ποιμενικὴ ράβδο του. Στόχεψε μὲ τὸ ἕνα μάτι πρὸς τὰ ἐκεῖ ποὺ φαινόταν τὸ φῶς. Ὅταν μάτι, ράβδος καὶ φῶς μπῆκαν στὴν αὐτὴ εὐθεία, σταθεροποίησε τὴν ράβδο. Περίμενε μὲ ἀγωνία νὰ ξημερώση. Σὰν ἔφεξε καλά, ξανακοιτάζει καὶ πάλι. Τώρα ὁ τόπος ἐντοπίσθηκε εὔκολα. Ξεκινᾶ γεμάτος λαχτάρα καὶ χαρά. Περνᾶ κολυμπώντας τὸν Ἄσπρο κι ἀνηφορίζει. Φθάνει σ’ ἕνα τόπο γεμάτο βάτα. Κόβει καὶ κόβεται, ματώνει, ξεσχίζεται, ἀλλ’ αὐτὸς συνεχίζει. Ἡ ἐπιμονὴ τοῦ ἀμείβεται. Ἀνάμεσα στὰ βάτα βρίσκει μία εἰκόνα μικρή. Ἀναγαλλιάζει. Ἀπ’ αὐτὴ προέρχονταν τὸ φῶς. Εἶναι μὲ μικρὲς ψηφίδες ἱστορημένη, μικρὲς σὰν κεφάλι καρφίτσας. Παριστάνει τὸν Κύριο ἀμέσως μετὰ τὴν Ἀποκαθήλωσι. Εἶναι ἡ Ἄκρα Ταπείνωσις. Εἶναι ἔργο μοναδικὸ στὸν κόσμο, ὅπως λένε oι εἰδικοί. Εἶναι ἔκτοτε παλλάδιο τῆς Μονῆς, σέμνωμα καὶ καύχημά της. Παλαιότερα τὴν εἶχαν στὴν ἐκκλησία γιὰ προσκύνησι. Παρ’ ὀλίγο νὰ καταστραφῆ ἐντελῶς. Οἱ εὐλαβεῖς γυναῖκες ξεκολλοῦσαν κρυφὰ ψηφίδες γιὰ φυλακτά. Σὲ λίγο θάμενε μόνο τὸ σανίδι. Τώρα φυλάσσεται στὸ σκευοφυλάκειο.
Ἀπ’ αὐτὸ τὸ παλαιὸ Μοναστήρι ἀπέμεινε τὸ ὄνομα: Τατάρνα ἢ ὀρθότερα Τετάρνα. Τί σημαίνει; Δύσκολη ἡ ἀπάντησι. Ἴσως ἔχει ρίζα βλαχική, ὅπως πολλὰ τοπωνύμια καὶ ὄροι τῆς ποιμενικῆς ζωῆς. Σημαίνει -χωρὶς νὰ εἶναι καὶ βέβαιο- τόπο συγκεντρώσεως πολλῶν ἀνθρώπων ἢ ζώων. Σημαίνει πολλοὺς ἢ πολλὰ μαζί. Στὰ σερβοκροατικὰ σημαίνει τόπος μὲ πλούσια βλάστησι. Αὐτὴ ἴσωc εἶναι ἡ ὀρθότερη ἐτυμολογία.
Ἦρθαν χρόνια δίσεκτα. Τὸ Μοναστήρι ἀφανίστηκε. Ὁ τόπος ἔμεινεν ἔρημος. Μόνον Πινιανίτες βοσκοὶ κατέβαιναν μὲ τὰ ποίμνιά τους ἀπ’ τὰ λειβάδια τῶν Ἀγράφων γιὰ νὰ παραχειμάσουν. Ὁ τόπος ἦταν χειμαδιό. Ὁ Τοῦρκος πάτησε γερὰ τὸ πόδι του καὶ σὲ τοῦτα τὰ μέρη. Ὅπου πατοῦσε ἄλογο, πατοῦσε καὶ ὁ Τοῦρκος. Ἡ κατάστασι ποὺ ἐπικρατοῦσε σ’ ὅλη τὴ χώρα ἦταν τραγική.
ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ στὰ 1555. Στὸν ἔρημο αὐτὸν τόπο ἐμφανίζονται δύο πατέρες ἀπ’ τὴν Μονὴ τῶν Μεγάλων Πυλῶν, ἀπ’ τὸ Μοναστήρι τοῦ Δουσίκου. Ὁ προηγούμενος ἱερομόναχος Μεθόδιος καὶ ὁ μοναχὸς Δαβίδ. Τί τοὺς τράβηξε καὶ ἦλθαν σὲ τούτη τὴν ἐρημιά; Ὁπωσδήποτε ἡ φήμη τοῦ παληοῦ Μοναστηριοῦ καὶ ὁ ζῆλος νὰ τὸ ξαναχτίσουν, νὰ τοῦ δώσουν πάλι ζωή… Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ συνθήκη τοῦ Τσαμασιοῦ ποὺ εἶχε ὑπογραφὴ λίγα χρόνια πρὶν (1546) ἔδωσε μία σχετικὴ ἀνεξαρτησία στὸ Ἀρματωλίκι τῶν Ἀγράφων. Ἄρχισε ἔτσι μία πλημμυρίδα. Τὰ βουνὰ παρεῖχαν ἀσφάλεια, στοὺς κάμπους ἁλώνιζε ὁ Τοῦρκος. Σιγὰ-σιγὰ τὰ βουνὰ γεμίζουν, τὰ χωριὰ αὐξάνουν καινούργια μοναστήρια χτίζονται. Εἴκοσι τὸν ἀριθμόν. Καὶ δὲν διατηρεῖται κανένα… Ξεκινοῦν λοιπὸν τὸ ἔργο μὲ αὐταπάρνησι. Ἔργο δύσκολο ἀκόμη καὶ μὲ τὰ σημερινὰ δεδομένα. Δώδεκα ὧρες μὲ τὰ πόδια τὸ Καρπενήσι, δώδεκα τὸ Βραχώρι, δώδεκα ὁ Κραβασαρᾶς. Ὅλα κουβαλιῶνται μὲ τὰ μουλάρια. Ἀλλ’ ἡ θερμή τους πίστις ἐθαυματούργησε.
Oι Πινιανίτες εὐχαρίστως τραβήχτηκαν καὶ ἄφησαν χῶρο γιὰ τὴν οἰκοδομὴ καὶ γιὰ καλλιέργεια. Σ’ ἕνα χρόνο τὸ Μοναστήρι στήθηκε. Μεγαλόπρεπο, ἁπλόχωρο, ἐφάμιλλό του παλαιοῦ. Μὲ ὑποστατικά, μὲ μετόχια, μὲ ποίμνια. Αὐτὸ φαίνεται καθαρὰ στὴν διαθήκη τοῦ κτίτορος μοναχοῦ Δαβὶδ ποὺ τὴν ἔγραψε ἕναν χρόνο μετὰ τὴν ἄφιξί του, δηλαδὴ τὸ 1556. Εἶναι γραμμένη σὲ περγαμηνὴ καὶ σώζεται μέχρι σήμερα. Ἐκεῖ ἀναφέρονται λεπτομερῶς τὰ ὅσα ἔγιναν μέσα σ’ἕνα χρόνο καὶ πῶς ἔλαβεν ἀρχὴ αὖτο τὸ ἐξαίσιον ἔργο. Τὸν ἴδιο χρόνο ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Διονύσιος, μὲ σωζόμενο σιγίλιο ἀνακηρύσσει τὴν Μονὴ Σταυροπηγιακὴ καὶ Πατριαρχική. Στὸ σιγίλιο αὐτὸ ἡ Μονὴ ὀνομάζεται Παναγία Φανερωμένη. Τεκμήριο ἀδιάψευστο, ὅτι κάποια Εἰκόνα τῆς Παναγίας βρέθηκε-φανερώθηκε. Δὲν πρόκειται βέβαια γιὰ τὴν ψηφιδωτὴ Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἀναφέραμε πιὸ πάνω. Τὸ σιγίλιο ὁμιλεῖ γιὰ Παναγία Φανερωμένη. Ἑπομένως σκάβοντας γιὰ τὸ νέο μοναστήρι, βρῆκαν στὰ ἐρείπια τοῦ παλαιοῦ τὴν Εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἴσως οἱ δύο πατέρες νὰ ὁδηγήθηκαν ἐδῶ κατὰ τρόπο θαυμαστὸ γιὰ νὰ ἀνεύρουν τὴν Εἰκόνα τῆς Παναγίας, ὅπως συνέβη καὶ μὲ τὸν εὐλαβῆ ἐκεῖνον ποιμένα.
ΕΚΤΟΤΕ τὸ Μοναστήρι διαδραματίζει σοβαρὸ καὶ πρωτεύοντα ρόλο στὰ πράγματα τῆς περιοχῆς. Ἡ θέσις τοῦ δίπλα στὸ πέρασμα τοῦ γεφυριοῦ τῆς Τατάρνας, ἀπ’ ὅπου ὁπωσδήποτε ἔπρεπε νὰ περάσουν ὅσοι ἤθελαν νά. πᾶνε γιὰ Βάλτο, Ἄγραφα ἢ καὶ Θεσσαλία ἀκόμη, ἡ φιλόξενη διάθεσις τῶν πατέρων, ἡ ἀγάπη τους γιὰ τὴν ἐλευθερία, κάνουν τὸ Μοναστήρι φάρο φωτεινὸ μέσα στην «μελαμβαφή», σκοτεινή, ἀσέληνη καὶ ἀτέλειωτη νύχτα τῆς σκλαβιᾶς. Ἡ φιλοξενία ποὺ παρεῖχε ἔμεινε παροιμιώδης. Ἀκόμα καὶ σήμερα σ’ ὅλη σχεδδν τὴν Ρούμελη, ὅταν θέλουν νὰ ἐπαινέσουν κάποιον γιὰ τὴν φιλοξενία τοῦ τοῦ λένε: «Τατάρνα τόκαμε τὸ σπίτι του». Και ἦταν τότε ἡ φιλοξενία μεγάλη παρηγοριὰ γιατί ὑπῆρχε φτώχεια, κατατρεγμὸς καὶ ὁλοήμερες ὁδοιπορίες. Οἱ ὁπλαρχηγοὶ τοῦ Ἀρματωλικίου τῶν Ἀγράφων καὶ τοῦ Βάλτου εἶχαν τὸ Μοναστήρι «πασᾶ-κονάκι». Σώζονται ἐνθυμήσεις σὲ παληὰ βιβλία γιὰ παραμονὴ ἐδῶ του Κατσαντώνη (ὁ ὁποῖος μάλιστα ἐδώρησε μία μεγάλη ἀσημένια κανδήλα, ἀρίστης τέχνης, ποὺ σώζεται μέχρι σήμερα) τοῦ Ράγκου, τοῦ Λεπενιώτη, τοῦ Ἀνδρούτσου, τοῦ Καραϊσκάκη.
Ἦταν ἀκόμη ὁρμητήριο γι’ ἀγῶνες ἀπελενθερωτικούς. Πολλὰ ἐπαναστατικὰ κινήματα ξεκίνησαν ἀπ’ ἐδῶ. Ὁ ἠρωϊκὸς Μητροπολίτης Λαρίσης Διονύσιος ὁ Φιλόσοφος, ὁ ἀποκαλούμενος ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς του Σκυλοσοφός, ἀπ’ τὸ Μοναστήρι τῆς Τατάρνας ξεκίνησε τὸ 1601 τὴν ἐπανάστασί του. Τὴν ἐπανάστασι ἐκείνη ποὺ τόσο τραγικὸ τέλος ἐiχε. Ὅμως ὁ κατακτητὴς ἔβλεπε… κι’ ἂν δὲν ἔβλεπε διαισθανόταν ὅτι κάτι μαγειρεύεται μέσα κεῖ. Γι’ αὐτὸ τὸ Μοναστήρι «πατήθηκε», ἐδηώθη καὶ κατεστράφη ἀπὸ ὀρδὲς Τουρκαλβανῶν τουλάχιστον ἕνδεκα φορὲς μέχρι τὴν Ἐπανάστασι τοῦ ’21. Ξαναχτιζόταν καὶ πάλι εἰς πεῖσμα τοῦ κατακτητῆ, καὶ πάλιν γινόταν κρησφύγετο κλεφτῶν καὶ ἀρματωλῶν καὶ κέντρο συνωμοσιῶν. Γιὰ νὰ καταστραφῆ ἐκ νέου…
Στὸ 1804 ἐρημώνεται ἐντελῶς γιὰ 8 μῆνες, 800 Ἀρβανίτες πατοῦν τὸ Μοναστήρι, μένουν μέσα καὶ ρημάζουν τὰ πάντα. Οἱ Πατέρες ξαναγύρισαν καὶ ἡ ζωὴ συνεχίσθηκε. Ὅταν σήμανε ἡ ὥρα τῆς Ἐθνεγερσίας, oι πατέρες δὲν ἀρκέσθηκαν μόνον σὲ εὐχὲς καὶ δοξολογίες. Ἄδραξαν τ’ ἅρματα, ζώστηκαν σπάθες καὶ ἀκολουθώντας τὸν Ἡγούμενό τους Κυπριανὸ πολέμησαν γενναία. Πολέμησαν στὸ πλευρὸ τοῦ Ἀνδρούτσου στὴν μάχη τοῦ γεφυριοῦ τῆς Τατάρνας (ἡ πρώτη της Ἐπαναστάσεως). Πολέμησαν στὸ πλευρὸ τοῦ Καραϊσκάκη στὴν μάχη τῆς Κορομηλιᾶς. Πολέμησαν παντοῦ ὅπου τὸ χρέος πρὸς τὴν πατρίδα τοὺς καλοῦσε. Ὅλη ἡ περιουσία τοῦ Μοναστηριοῦ, κινητή, ἀκίνητη, ποίμνια, χρήματα, διετέθη γιὰ τὸν ἀγώνα. Ἔφθασε νὰ σνντηρῆ ἐξ ἰδίων πόρων τέσσαρες χιλιάδες πολεμιστὲς σὲ τροφὲς καὶ τζιμχανέδες (πολεμοφόδια). Ξεκίνησαν γιὰ τὸν ἀγώνα πενήντα πατέρες καὶ ἐπέστρεψαν μόνο δώδεκα κι’ αὐτοὶ γυμνοί, ξυπόλυτοι, σακατεμένοι. Οἱ ὑπόλοιποι ἔπεσαν στὰ πεδία τῶν μαχῶν. Αὐτοὶ ποὺ ἐπέζησαν γύρισαν γιὰ νὰ συνεχίσουν τοὺς εἰρηνικούς τους πιὰ ἀγῶνες. Μὲ λαχτάρα περπατοῦσαν μέρες ὁλόκληρες γιὰ νὰ δοῦν ξανὰ τὸ ἀγαπημένο τοὺς Μοναστήρι. Ὅταν ἐπὶ τέλους πλησίασαν, ἡ καρδιὰ τοὺς ἄρχισε νὰ χτυπᾶ γοργά. Σὲ λίγο θάμπαιναν στὴν μάνδρα τὰ σκορπισμένα πρόβατα τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλ’ ὁποία ἀπογοήτευσις! Τὸ Μοναστήρι τοὺς ἦταν στάχτη!
Στὸ 1823 ὁ Κοὺρτ Πασὰς τῆς Σκόντρας κατεβαίνοντας μὲ τὰ φουσσάτα του γιὰ νὰ πνίξη στὸ αἷμα τοὺς ἐπαναστατημένους ραγιάδες τῆς Ρούμελης, ἔκαψε τὸ Μοναστήρι, ἐκδικούμενος τὴν ἀνταρσία τῶν μοναχῶν καὶ τὴν βοήθειά τους στὸν Ἀγώνα… Δὲν ἔμεινε τίποτε ὄρθιο. Ἔμεινε ὅμως ὀρθὴ ἡ θέλησις γιὰ δημιουργία. Καὶ κάτι ἀκόμη: σώθηκαν τὰ κειμήλια χάρις στὴν προνοητικότητα τῶν ὀλίγων γερόντων μοναχῶν ποὺ εἶχαν μείνει στὸ Μοναστήρι φρουροὶ καὶ «προσμονάριοι» τοῦ κανδηλιοῦ τῆς Παναγίας.
Μέσα σὲ ἑκατὸ χρόνια περίπου ἀπὸ τὴν ἀπελευθέρωση, ἡ πτῶσις ἐπῆλθε ραγδαία. Κακοδιοίκησις, κλεψιές, πλεονεξία διαχειριστῶν, ἁρπακτικὰ γεράκια, δὲν ἄφησαν τίποτε ὄρθιο. Ὥσπου τὸ δράμα ἔληξε. Στὰ 1963 βίαιη κατολίσθησις ὑπερκειμένου ὅρους τάραξε συθέμελα τὸ Μοναστήρι. Ἐπὶ ἕνα μήνα ἡ γῆ σειόταν καὶ τὸ Μοναστήρι χόρευε. Τὰ πάντα κατέρρευσαν. Χάθηκε τὸ πολύτιμο ξυλόγλυπτο τέμπλο. Καταχωνιάσθηκε ἡ Ἁγία Τράπεζα. Ψάξαμε ἀργότερα μὲ μπουλντόζα. Δὲ βρέθηκε πουθενά. Συγχρόνως χάθηκε καὶ ἡ ἐπίλοιπη κτηματικὴ περιουσία. Πνίγηκε στὴν νέα λίμνη.
ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ἔμεινε ἀνάμνησις! Ἀλλ’ ὄχι! ‘Ἡ Παναγία ἔχει τὰ δικά της σχέδια. Ἀρχίζει ἡ τετάρτη περίοδος, ἡ σύγχρονη. Τὸ Μοναστήρι ἔχει καταστραφῆ. Ἔχει μείνει μόνον ἡ νομικὴ ὑπόστασις. Νομικὸν πρόσωπον δημοσίου δικαίου, δηλαδὴ μόνον ἡ σφραγίδα. Ἔχουν μείνει ἀκόμη δύο γεροντάκια ποὺ ζοῦν κάτω ἀπὸ ἄθλιες συνθῆκες σὲ πρόχειρα παραπήγματα, κοντὰ στὰ χαλάσματα. Ὑπῆρχαν προσέτι καὶ δύο παρήγορες ἀκτίνες φωτός.
Εἶχαν διασωθῆ κατὰ ἕνα μεγάλο ποσοστὸ τὰ ἱερὰ Κειμήλια καὶ τοῦτο χάρις στὴν αὐτοθυσία -πρέπει νὰ τονισθῆ αὐτὸ- τοῦ δασκάλου τοῦ χωριοῦ καὶ τῶν κατοίκων, ποὺ ἔσπευσαν νὰ σώσουν ὅ,τι ἦταν δυνατὸν νὰ σωθῆ. Καὶ σώθηκαν πολλά.
Ὑπῆρχε καὶ ἡ ἀποζημίωσις ἀπ’ τὰ κτήματα ποὺ πνίγηκαν στὴ λίμνη. Καλὸ προζύμι γιὰ μία καλὴ ἀρχή. Ἀρχίζομε -καλοκαίρι τοῦ 1968- ἀπὸ πιάτο καὶ πηρούνι, στὴν κυριολεξία. Στὴν πρώτη πανήγυρι ποὺ ξανάγινε ὕστερα ἀπὸ διακοπῆ ἕξη ἐτῶν, στὸ χῶρο τῆς Μονῆς, κοιμηθήκαμε στὸ χῶμα, στὴν ρίζα μίας ἀγριοροδιᾶς γιὰ νὰ προστατευόμαστε ἀπ’ τὸν ἀέρα. Προσκέφαλο… τὰ παπούτσια μας καὶ σκέπασμα τὸ ράσο.
Στὴν ἀρχὴ ὑπῆρξαν ἀντιδράσεις. Κάθε ἄρχη καὶ δύσκολη. Πολλοὶ ἤθελαν νὰ μοιρασθοῦν τὰ χρήματα τῆς ἀποζημιώσεως. ‘Ἄλλοι -ἐν οἶς καὶ oι ἐν Ναυπάκτω- νὰ γίνη ἕνα μικρὸ ἐκκλησάκι, εἰς ἀνάμνησιν τῆς πάλαι πότε Μονῆς καὶ τὰ ὑπόλοιπα χρήματα νά… ἀξιοποιηθοῦν. Ἄλλοι, ἄλλα. Πάντως πολὺ λίγοι πίστευαν ὅτι θὰ ξαναγίνη τὸ Μοναστήρι.
Ὅμως τὸ ἤθελε ἡ Παναγία. Τὸ εὐλόγησε καὶ τὸ θαῦμα, γιατί περὶ θαύματος ἐξαίσιου πρόκειται, ἔγινε. Ἡ ἀνοικοδόμησις ἀρχισε το 1969. Χτίσθηκε πρῶτα ὁ μικρὸς ναὸς τοῦ Ἁγίου Σάββα γιὰ τὶς λατρευτικὲς ἀνάγκες τῶν νέων ἀδελφῶν. Ἐπίσης ἕνα μικρὸ οἰκοδόμημα πρὸς διαφύλαξιν τῶν ἱερῶν Κειμηλίων. Ὕστερα ἀπὸ λίγα χρόνια τὸ ἔργο ἔφθασε σὲ σημεῖο ποὺ κανεὶς δὲν τὸ περίμενε.