Η Ιερά Μονή της Αγίας Ελεούσας βρίσκεται ΒΔ του Μεσολογγίου και στο 20ο χιλιόμετρο της Εθνικής οδού Μεσολογγίου – Αγρινίου, σε μια από τις ομορφότερες τοποθεσίες του Νομού Αιτωλοακαρνανίας, την Κλεισούρα.
Κατά την παράδοση, το 1700 μ. Χ., στο χωριό Χρυσοβέρι, στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής, κάποιος Τούρκος στρατιώτης την ώρα της Αναστάσεως χλεύασε τους Χριστιανούς και αμέσως ένας κάτοικος του χωριού που τον έλεγαν Κουμπούρα παρεξηγήθηκε με τον Τούρκο στρατιώτη και τον σκότωσε.
Οι χωριανοί, αμέσως, πήραν τον Κουμπούρα και τον φυγάδευσαν πιο πάνω σε μια σπηλιά. Εκεί έμεινε πολύ καιρό και οι χωριανοί τού πήγαιναν τρόφιμα για την συντήρησή του. Όταν το γεγονός ξεχάστηκε, ο Κουμπούρας πήγε στο χωριό και διηγήθηκε στους κατοίκους ότι εκεί που ήταν κρυμμένος έβλεπε κάθε βράδυ στη σπηλιά ένα φως.
Οι κάτοικοι πήγαν στο σημείο της σπηλιάς που τους υπέδειξε ο Κουμπούρας και με μεγάλη έκπληξη αντίκρισαν την εικόνα της Παναγίας και λίγο πιο πέρα σε βάθος περίπου πέντε μέτρων ανακάλυψαν μια πηγή με νερό, το αγίασμα της Παναγίας. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, οι κάτοικοι του χωριού έχτισαν στο μέρος αυτό της σπηλιάς μικρό εκκλησάκι και αργότερα χτίστηκε το σημερινό εκκλησάκι μέσα στο σπήλαιο.
Τα τελευταία χρόνια, επί μακαριστού Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας Θεοκλήτου, ολοκληρώθηκε η πρόσβαση στο εκκλησάκι-σπήλαιο με πέτρινα σκαλιά.
Στην περιοχή Λιγοβίτσι, σκαρφαλωμένο στο βουνό σε ένα πανέμορφο φυσικό τοπίο και με θέα τις λίμνες του Οζερού και της Αμβρακίας, δεσπόζει η ιστορική Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου που συγκινεί τον κάθε επισκέπτη.
Το μοναστήρι διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην περιοχή την εποχή του αγώνα του 1821, οπότε για αρκετό διάστημα χρησίμευσε ως έδρα των στρατηγείων του Καραϊσκάκη και του Μαυροκορδάτου. Γι’ αυτό και το στρατόπεδο των Ελλήνων ονομάστηκε στρατόπεδο του Μαχαλά από το διπλανό μεγάλο χωριό του Μαχαλά (σήμερα Φοιτίες).
Σύμφωνα με έγγραφα της εποχής που σώζονται ακόμα προσέφερε στα 1822 4.000 γρόσια υπέρ της επαναστάσεως και από το ποσό αυτό συμπεραίνουμε πως ήταν απ’ τα πλουσιότερα του Ξηρομέρου μια και οι εισφορές που είχαν οριστεί για τα αλλά μοναστήρια ήταν μικρότερες.
Αργότερα στα 1829 ο τότε ηγούμενος του Λιγοβιτσίου Ιωαννίκιος, του οποίου το όνομα σώζεται σε έγγραφα της εποχής, πρόσφερε 1300 γρόσια για την ανοικοδόμηση και λειτουργία σχολείων στο Ξηρόμερο, προσφορά που ήταν και αυτή μεγάλη σε σύγκριση με αυτές άλλων μοναστηριών.
Δυστυχώς και αυτό το μοναστήρι με το γνωστό Βασιλικό διάταγμα της 7ης Οκτωβρίου 1833, εμπνευστής του οποίου ήταν ο Βαυαρός αντιβασιλέας Μάουερ που σκοπό είχε να καταστρέψει την Ορθόδοξη Εκκλησία, διαλύθηκε και η περιουσία του εκποιήθηκε και διασκορπίστηκε. Από τότε άρχισε η περίοδος παρακμής και εγκατάλειψης του μοναστηριού, τα κτίρια με το πέρασμα των χρόνων ερειπώθηκαν και οι τοιχογραφίες που σίγουρα υπήρχαν σ’ αυτό καταστράφηκαν.
Στις μέρες μας, στη δεκαετία του 1960 έγιναν προσπάθειες αναστήλωσης και συντήρησης, τα αποτελέσματα των οποίων ήταν δυστυχώς απαράδεκτα εξαιτίας της προχειρότητας τους.
Στα 1983 εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι μοναστική αδελφότητα υπό την πνευματική καθοδήγηση της ηγουμένης Μακρίνας Μαρκοπούλου που αποτελείται από 10 μοναχές. Έγινε αποκατάσταση και ανακαίνιση του μοναστηριού, αγιογράφηση του καθολικού και κατασκευή πολλών βοηθητικών χώρων. Το μοναστήρι σήμερα αποτελεί πόλο έλξης πιστών που το επισκέπτονται τακτικά και συμμετέχουν στις ακολουθίες που τελούνται σ’ αυτό. Εορτάζει στις 15 Αυγούστου ημέρα κατά την οποία δέχεται πλήθος προσκυνητών.
Σε μια όμορφη τοποθεσία δίπλα στη λίμνη Τριχωνίδα, στο μέσο της διαδρομής από το Αγρίνιο προς το Θέρμο, βρίσκεται η Ιερά Μονή των Εισοδίων της Θεοτόκου ή Παναγίας Φανερωμένης, γνωστή ως Μονή Μυρτιάς, προσωνυμία που χρησιμοποιείται τουλάχιστον από τον 17ο αιώνα. Ο πυρήνας της φαίνεται ότι δημιουργήθηκε στις αρχές του 12ου αιώνα.
Ο ναός έχει περάσει πολλές φάσεις μέχρι να λάβει τη σημερινή του μορφή. Στον 12ο αιώνα ήταν απλός, μονόχωρος, καμαροσκεπής, εσωτερικά διακοσμημένος με τοιχογραφίες από τις οποίες σώζονται ελάχιστα τμήματα, ενώ το 1491 αγιογραφήθηκε εκ νέου από τον Ξένο Διγενή από το Μουχλί της Πελοποννήσου.
Τον 16ο αιώνα οικοδομήθηκε δίπλα του νέος, μεγαλύτερος και πιο επιμελημένος ναός, δικιόνιος σταυροειδής με τρούλο, και ο παλαιός μετατράπηκε σε ιερό. Το εσωτερικό του κυρίως ναού αγιογραφήθηκε φτο 1539 από άγνωστο αλλά σημαντικό ζωγράφο, που ακολουθεί την καλλιτεχνική παράδοση της βορειοδυτικής Ελλάδας. Το 1651 προστέθηκε ο νάρθηκας, όπου σώζονται τοιχογραφίες των αρχών του 18ου αιώνα, και τότε κτίστηκε το παρεκκλήσι των Ταξιαρχών, το οποίο κατεδαφίστηκε το 1903.
Το 1835, όταν όλα τα μοναστήρια της περιοχής διαλύθηκαν, παρέμεινε ως το μοναστηριακό κέντρο της Τριχωνίδας. Το 1943 πυρπολήθηκε από γερμανικά στρατεύματα και καταστράφηκαν τα συγκροτήματα των κελιών, που αποκαταστάθηκαν στη δεκαετία του 1990. Η μονή σήμερα είναι ανδρική και εορτάζει στις 21 Νοεμβρίου.