Μεταξύ ἐκείνων τῶν Τούρκων ποὺ ἀρνήθηκαν τὴν πίστη στὸν Μωάμεθ, ἔγιναν ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ καὶ ὀδηγήθηκαν στὸ μαρτύριο γιὰ τὴν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ, περιλαμβάνεται καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ἀπὸ τὴν Κόνιτσα, ποὺ ἤθλησε στὸ Βραχώρι (σημερινὸ Ἀγρίνιο) τὸ ἔτος 1814. Ὁ βίος του παρουσιάζει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον, γιατί δείχνει πῶς ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἐπενεργεῖ στὶς καλοπροαίρετες ψυχές.
Οἱ γονεῖς του ὄχι ἁπλὰ ἦταν μωαμεθανοί, ἀλλὰ ὁ πατέρας του εἶχε τὴν ἰδιότητα τοῦ Δερβίση, δηλαδὴ τοῦ μοναχοῦ μουσουλμάνου, καὶ μάλιστα τὸ ἀξίωμα τοῦ σεΐχη (ἀρχηγοῦ πατριᾶς-φυλῆς καὶ ἡγούμενου δερβισικοῦ τεκέ, ὅπου ἀσκοῦνταν οἱ Τοῦρκοι δερβίσιδες). Ὅταν γεννήθηκε ὁ Χασὰν (μετέπειτα νεομάρτυς Ἰωάννης), ὁ πατέρας του ἐπιθυμοῦσε κὰι ὀνειρευόταν, μόλις ὁ γιός του μεγαλώσει νὰ τὸν ἐντάξει στοὺς δερβίσιδες καὶ νὰ ἐξελιχθεῖ σὲ σεΐχη. Εἰκοσαετὴς ὁ Χασὰν πῆγε στὰ Ἰωάννινα καὶ κατατάχθηκε στὸ ἐκεῖ τάγμα τῶν δερβίσιδων. Δὲν ἄργησε ὅμως νὰ φύγει ἀπὸ τὴν πόλη αὐὴ καὶ νὰ μεταβεῖ στὸ Βραχώρι (Ἀγρίνιο), ὅπου τέθηκε -ὡς δερβίσης- ὑπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ Χαζναζὰρ Ἰσουφάραβου, ἐκτελῶνατς μὲ συνέπεια τὶς ὑπηρεσίες ποὺ τοὺ ἀνέθετε. «Δὲν ἔβρισκε ὅμως ἀνάπαυση στὴν ψυχή του… Ἦθελε πνευματικὴ τροφή. Δὲν τὸν εὐχαριστοῦσαν τὰ μάται αταοῦ κόσμου, οὔτε οἱ τιμὲς καὶ ἡ δόξα τῶν ἐφήμερων ἀρχόντων», διότι κατὰ τὸν Συναξαριστὴ εἶχε ἔμφυτο τὸν τρόπο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, νηστεύοντας καὶ ἀγαπώντας τοὺς πάντες. Ἐξαιτίας ὅμως περίσκεψης ἔναντιν τῶν ὀθωμανῶν δὲν ἐκδήλωνε φανερὰ τὸ χριστιανικό του φρόνημα. Ἄλλωστε δὲν εἶχε ἀκόμη ἐκπληρώσει τὴν ἐπιθυμία του νὰ δεχθεῖ τὸ Βάπτισμα.
Ὅταν ὅμως ὁ Χανζαζάρ μετατέθηκε καὶ ἀνέλαβε ὁ Σουλεϊμάν, καὶ ἐπειδὴ οἱ ἱερεῖς στὸ Ἀγρίνιο δίσταζαν νὰ τὸν βαπτίσουν προκειμένου νὰ μὴν τιμωρηθοῦν ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ὁ ἔνθερμος στὴν πίστη Χασὰν πῆγε στὴν Ἰθάκη, ποὺ ἦταν ἐνετοκρατούμενη, βαπτίσθηκε (στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίου Νικολάου τῶν Ξένων) καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Ἰωάννης, ἀφοῦ φυσικὰ διδάχθηκε λεπτομερέστερα τὰ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ πνευματικὸ πατέρα. Ἐπέστρεψε στὴν περιοχή Ξηρομέρου καὶ ἐργαζόταν ὡς ἀγροφύλακας. Ἔτσι εἶχε τὴν εὐκαιρία καὶ τοὺς Τούρκους νὰ ἀποφεύγει καὶ συχνὰ νὰ αὐτοσυγκεντρώνεται προσευχόμενος σὲ μιὰ σπηλιὰ ἔξω ἀπὸ τὸ χωριὸ Μαχαλάς (τώρα Φυτεῖες).
Ἡ εἴδηση τῆς ἀλλοπιστίας δὲν ἄργησε νὰ φτάσει καὶ στὸν πατέρα του, τὸ 1813, στὴν Κόνιτσα· ὁ θυμὸς καὶ ἡ άπογοήτευση τοῦ ὁποίου ἐκδηλώθηκαν μὲ τὴν ἄμεση ἀποστολὴ δερβίσιδων τοῦ τάγματός του γιὰ τὴν ἀνεύρεση τοῦ ἀρνητοῦ τοῦ Μωάμεθ. Οἱ ἀπεσταλμένοι τὸν βρῆκαν καὶ προσπάθησαν νὰ τὸν μεταπείσουν μὲ ὑποσχέσεις καὶ ἀπειλές. Ἀπέτυχαν. Ἀκολούθησε καταγγελία στὸν μουσελίνη τοῦ Ἀγρινίου, σύλληψη τοῦ Ἰωάννη, «δίκη» καὶ καταδίκη του σὲ θάνατο μὲ ἀποκεφαλισμό, ὅταν ὁ μακάριος ὁμολόγησε μὲ παρρησία πώς εἶναι Χριστιανὸς καὶ ἀρνήθηκε κάθε συζήτηση γιὰ ἐπιστροφὴ στὴν πλάνη τοῦ Μωάμεθ. Ἀφοῦ τὸν πέταξαν κυριολεκτικὰ σὲ σκοτεινὴ φυλακή, ἀλυσοδεμένο, καὶ τὸν ὑπέβαλαν σὲ ραβδισμούς καὶ κολαφισμούς (χαστούκια), στὴ διάρκεια τῶν ὁποίων ὁ Ἰωάννης ψιθύριζε τὸ «ὁ Θεὸς βοήθησόν μοι», τὴν ἐπομένηοἱ δήμιοι τὸν ὀδήγησαν κάτω ἀπὸ τὸν μεγάλο πλάτανο (ποὺ σώζεται ἔως σήμερα) δίπλα στὸν παλαιό ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου (τώρα ἔχει ἀνεγερθεῖ μεγαλοπρεπής). Καὶ ἐνῶ ὁ πιστός δούλος τοῦ Χριστοῦ ἔλεγε μὲς ἀπὸ τὴν ψυχή του τὸ «μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ βασιλείᾳ σου», τὸ κοφτερό ξίφος ἀπέτεμε τὴν τιμία κεφαλή του. Ἦταν 23 Σεπτεμβρίου του ἔτος 1814. Σύμφωνα μάλιστα μὲ τὴ διαταγὴ ποὺ εἶχαν λάβει οἱ δήμιοι, ἔριξαν τὸ ἄψυχο σῶμα καὶ τὴν κεφαλὴ τοῦ Νεομάρτυρα σὲ παρακείμενο ρέμα γιὰ ἀποσύνθεση. Ἀπὸ ἐκεῖ, μετὰ ἀπὸ διαβήματα κάποιων Χριστιανών καὶ ἄδεια τοῦ μουσελίνη, τὸ παρέλαβαν καὶ τὸ ἐνεταφίασαν κοντὰ στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου.
Πέντε χρόνια αργότερα, ὁ τότε ἡγούμενος τῆς Μονῆς Παναγίας τῆς Προυσιώτισσας, Κύριλλος Καστανοφύλλης (1775-1835) ἔκανε τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων στὸν Προυσὸ καὶ τὰ ἐναπόθεσε σὲ μιὰ κρύπτη τοῦ βράχου πάνω ἀπὸ τὸ καθολικό, ἐντοιχίζοντας καὶ πλάκα στὴν ὁποία ἀνέγραψε: «Οὐ μεταλλεῖον, ἀργυροχρύσου πέλων, ἀλλ’ ὄλβον φέρω. Πάντα λίθον μή κίνει» (δηλαδὴ: δὲν κρύβω μετάλλευμα χρυσοῆ ἢ ἀσημιοῦ, ἀλλὰ πλοῦτο πνευματικό. Μὴ μετακινήσει κανένα λίθο). Ἡ μνήμη τοῦ Νεομάρτυρα καθιερώθηκε πολὺ μεταγενέστερα, παρόλο ποὺ σὲ κάποιους ναοὺς καὶ παρεκκλήσια τῆς περιοχῆς τῆς Κόνιτσας εἶχε ἀπὸ τὸν 19ο αἰώνα εἰκονογραφηθεῖ ἡ ἁγία μορφή του. Ἀλλὰ τὸ 1952, μετὰ ἀπὸ ἐπανειλημμένες θαυμαστές ἐπεμβάσεις τοῦ Ἁγίου, ξύπνησε τὸ ἐνδιαφέρον περὶ αὐτοῦ, ἐνῶ ἀπὸ τὸ 1965 καὶ μετέπειτα, χάρη στὶς ἐνέργειες τοῦ ἱερέως Ἀθανασίου Πίτα, ἐφημερίου τοῦ ναοῦ Ἁγίου Δημητρίου Ἀγρινίου, καὶ ἀπὸ τὸ 1973 τῆς μοναστικῆς ἀδελφότητος Προυσοῦ, ἀποκαλύφθηκαν σταδιακὰ λεπτομέρειες τῆς ζωῆς καὶ τοῦ μαρτυρίου, ἀνοίχθηκε ἡ κρύπτη το 1974, βρέθηκαν τὰ ἱερὰ λείψανα καὶ ἐπιγραφή πάνω σὲ κεραμίδι ποὺ ἔγραφε: «ΙΣ ΧΣ ΝΙΚΑ, Οὖτος ἦν ὁ ἐξ Ὀθωμανῶν Ἰωάννως, ὁ ἐν Βραχωρίῳ ὑπὲρ Χ(ριστο)ῡ μαρτυρήσας κατὰ τὸ ,αωιδ΄ Σεπτεμβρίου κγ΄» Ἔκτοτε τιμᾶται δεόντως ὡς τοπικὸς Ἅγιος ἰδιαίτερα στὶς περιοχὲς τοῦ Ἀγρινίου καὶ Κόνιτσας.
Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς Κονίτσης τὸν γόνον Βραχωρίου τὸ καύχημα,
καὶ Χριστοῦ ὁπλίτὴν τὸν νέον Ἰωάννην τιμήσωμεν·
ἐκ ρίζης γὰρ δυσώδους προελθών, ἐνήθλησε λαμπρῶς ὑπέρ Χριστοῦ,
καὶ κινδύνων ἐξαιτεῖται ἀπαλλαγήν, τοῖς πρὸς αὐτὸν κραυγάζουσι·
Δόξα τῷ δεδοκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι,
δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ, ἡμῖν παθῶν ἐκλύτρωσιν.
Βήμα 1ο: Ας δούμε ένα βίντεο από το Αγρίνιο.
Βήμα 2ο: Βρίσκω στους χάρτες το Αγρίνιο (πρώην Βραχώρι).