Ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Σταμάτιος, τέκνα τοῦ Θεοδώρου καὶ τῆς Ἀννέζως Γκίνη, μένοντας ὀρφανοὶ ἀπὸ πατέρα, σὲ ἡλικία 22 ἐτῶν ὁ πρῶτος καὶ 18 ὁ δεύτερος, ἀσχολήθηκαν μὲ «μικρὲς πραγματεῖες» (μικρεμπόριο). Μαζί μὲ τὸν καπετάνιο Νικόλαο καὶ τὸ καΐκι του φορτωμένο λάδι, καθὼς ἔπλεαν στὶςς ἀνατολικὲς ἀκτὲς τοῦ Αἰγαίου, λόγω κακοκαιρίας ἀναγκάστηκαν νὰ ἀράξουν ἀπὸ τὴν Χίο, στὸν Τσεσμέ. Βγαίνοντας στὴ στεριά ἐμπιστεύθηκαν τὴν ἰδιότητά τους ὡς Ἑλλήνων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν σὲ ἕνα Χριστιανό, «τὸν ὁποῖον ἐλόγιασαν πὼς ἦτο τῷ ὅντι Χριστιανός». Αὐτὸς ὅμως ἀντὶ νὰ τοὺς βοηθήσει, ὅπωςτοῦ ζήτησαν δίδοντάς του ἀρκετὰ γρόσια, γιὰ προμήθεια τροφῶν καὶ ἐπιδιόρθωση τοῦ καϊκιοῦ, τοὺς πρόδωσε στὸν ἀγὰ τῆς περιοχῆς, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ συλληφθοῦν ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ἦταν ἡ 26 Ἰανουαρίου τοῦ 1822, δέκα μῆνες μετὰ τὴν Ἐθνεγερσία τοῦ 1821, καὶ τὰ πνεύματα πολὺ ὀξυμένα. Ἀπὸ τοὺς συνολικὰ ἑπτὰ ποὺ ἀποτελοῦσαν τὸ πλήρωμα, οἱ δύο φονεύτηκαν καθὼς προσπαθοῦσαν νὰ διαφύγουν· οἱ ἄλλοι δύο ἔπεσαν στὴ θάλασσα καὶ πνίγηκαν, τὰ δὲ δύο ἀδέλφια καὶ ὁ καπετάνιος Νικόλαος ὁδηγήθηκαν στὸν πασὰ τῆς Χίου.
Ὅταν ὁ πασάς τοὺς ἀνέκρινε καὶ ἔμαθε τὰ σχετικὰ μὲ αὐτούς, διέταξε νὰ ἀποκεφαλιστεῖ ὁ Νικόλαος «ἔξω ἀπὸ τὸ κάστρον εἰς τὴν πεδιάδα ποὺ ὀνομάζετο Βουνάκι». Καθὼς τὸν ὁδηγοῦσαν ἐκεῖ, αὐτὸς ἔλεγε: «Ἐγὼ Χριστιανὸς γεννήθηκα καὶ Χριστιανὸς θὰ πέθανω. Δὲν ἀρνοῦμαι τὴν πίστη μου.» Τὰ δύο ἀδέλφια ἔριξαν στὴ φυλακὴ τοῦ κάστρου, ὁ δὲ πασὰς ἀνέθεσε σὲ δύο δικούς του ἀνθρώπους νὰ προσπαθήσουν νὰ ἐξισλαμίσουν τὸν Ἰωάννη καὶ τὸν Σταμάτιο. Αὐτοὶ λοιπὸν ἄρχισαν τὶς πιέσεις, τὶς ἀπειλὲς, τὶς ὑποσχέσεις. Καὶ ἐπειδὴ τὰ ἀδέλφια ἔμεναν ἀμετακίνητα στὴ χριστιανική τους πίστη, ζήτησαν οἱ δύο τὴν ἔγκριση τοῦ πασᾶ νὰ τοὺς βασανίσουν, μήπως καὶ πετύχουν τὸ ἐπιδιωκόμενο. Ἀλλ’ αὐτός, γνωρίζοντας πὼς εἶναι εὐκολότερο νὰ τοὺς πάρει τὸ κεφάλι ἀπὸ νὰ τοὺς κάνει νὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό, ἔδωσε ἐντολὴ τὴν ἐπομένη νὰ ὁδηγηθοῦν στὸ μαρτύριο.
Ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Σταμάτιος, ἀπὸ θεία ἀποκάλυψη, προγνώρισαν ὅτι τὴν ἄλλη μέρα «τελειώνουν» τὴν ζωή τους. Γι’ αὐτὸ ἀφενὸς ἔδωσαν σὲ ἄλλους φυλακισμένους μερικὰ ἀπὸ τὰ ροῦχα καὶ τὰ χρήματά τους, ἀφετέρου μὲ τὴ βοήθεια μιᾶς γυναίκας ποὺ ἐπισκεπτόταν στὴ φυλακὴ τὸν ἄντρα της, ἔστειλαν στὸν ἐπίσης φυλακισμένο ἀρχιερέα τῆς Χίου Πλάτωνα, γραπτὴ τὴν ἐξομολόγησή τους καὶ τὸν παρακάλεσαν νὰ μεριμνήσει νὰ τοὺς στείλει τὴ εία Κοινωνία, γιὰ νὰ λάβουν δύναμη καθὼς θὰ ὁδηγοῦνταν στὸ ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτύριό τους. Ὁ Πλάτων ἰκανοποίησε, μέσω τῆς γυναίκας, τὴν ἐπιθυμία τους. Ἔτσι τὴν ἄλλη ἡμέρα σύρθηκαν δεμένοι κάτω ἀπὸ τὸ σαράι τοῦ πασᾶ. Ρωτήθηκαν ἂν εἶναι ἔτοιμοι νὰ τουρκέψουν γιὰ νὰ γλυτώσουν τὴν ζωή τους. Ἀπάντησαν μὲ παῤῥησία πὼς εἶναι Χριστιανοὶ καὶ ἔτοιμοι νὰ χύσουν καὶ τὸ αἶμα τους γιὰ τὴν Πίστη. Μὲ διαταγὴ λοιπὸν τοῦ Πασᾶ ὁδηγήθηκαν ἔξω τοῦ κάστρου, στὴ θέση Βουνάκι, ὅπου καὶ τοὺς ἀποκεφάλισνα, «καὶ ἔλαβον οἱ μακάριοι τοὺς στεφάνους τῆς ἀθλήσεως». Τὰ τίμια λείψανά τους πετάχθηκαν στὴ θάλασσα, ἀπ’ ὅπου ἀνασύρθηκαν μετὰ τέσσερις ἡμέρες καὶ ἐνταφιάστηκαν κρυφὰ «ἔξωθεν τοῦ γυναικείου Μπάνιου, εἰς τὸ ἐκεῖ χωράφιον».
Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος α΄. Τοὺς τρεῖς μεγίστους.
Τοὺς εὐκλεεῖς τῶν Σπετσῶν γόνους καὶ τῆς Χίου τὰ θεῖα ἐγκαλλωπίσματα,
τοὺς πυρσοφεγγεῖς φωστῆρας, τοὺς ἐν τῇ πλειάδι τῶν νέων μαρτύρων
ἀγλαοφανῶς σελαγίζοντας, Νικόλαον τὸν σεπτόν, σὺν τοῖς κλεινοῖς
Ἰωάννῃ καὶ Σταματίῳ τοῖς ὁμαῖμοσι, πάντες οἱ τῶν ἄθλων αὐτῶν θαυμασταί,
συνελθόντες ὕμνοις τιμήσωμεν, Χριστὸν τὸν ἀθλοθέτην καὶ βραβευτὴν
αὐτῶν δοξάζοντες.