Στα αρχαία ελληνικά τα φωνήεντα διαιρούνται σε βραχύχρονα, μακρόχρονα και δίχρονα, με βάση τη διάρκεια της προφοράς τους.
Τα βραχύχρονα ή βραχέα (σύμβολο βραχύτητας: ˘ ) προφέρονταν όπως και σήμερα, σε σύντομο (βραχύ) χρόνο: ἔλεος = [eleos].
Τα μακρόχρονα ή μακρά (σύμβολο μακρότητας: ˉ ) προφέρονταν περίπου σε διπλάσιο (μακρότερο) χρόνο.
Το «η» ακουγόταν ως δύο «ε» (εε) και το «ω» ως δύο «ο» (οο): ἠώς (η χαραυγή) = [eeoos].
Τα δίχρονα ήταν σε κάποιες λέξεις βραχέα και σε κάποιες μακρά.
Δίφθογγοι
Οι δίφθογγοι αποτελούνταν από δύο φωνήεντα που προφέρονταν γρήγορα μαζί σε μία συλλαβή. Στη νέα ελληνική όσες έχουν επιβιώσει χαρακτηρίζονται «δίψηφα» και προφέρονται σαν ένα φωνήεν.
Διακρίνονται σε οκτώ κύριες και τρεις καταχρηστικές.
Οι κύριες σχηματίζονται από συνδυασμούς άλλων φωνηέντων με τα φωνήεντα ι και υ:
Οι καταχρηστικές σχηματίζονται από τον συνδυασμό των α, η, ω με ένα ι που «υπο-γράφεται» (γράφεται από κάτω) και ονομάζεται υπογεγραμμένη:
Είναι μακρόχρονες εκτός κάποιων εξαιρέσεων, π.χ. -αι, -οι στο τέλος κλιτών λέξεων.