Οι τόνοι στα αρχαία ελληνικά είναι: η οξεία ( ˊ ), η βαρεία ( ˋ ) και η περισπωμένη ( ~ ).
Η οξεία σημειώνεται πάνω από το φωνήεν της συλλαβής που προφέρεται σε υψηλότερο τόνο, π.χ. ἂνθρωπος. |
Η βαρεία τονίζει μόνο τη λήγουσα, που προφέρεται σε χαμηλότερο τόνο, όταν δεν ακολουθεί σημείο στίξης, π.χ. καλὸς. |
Η περισπωμένη [ή οξυβαρεία ( ^ )] σημειώνεται μόνο σε μακρές συλλαβές, όταν ο ομιλητής πρέπει να ανεβάσει και αμέσως μετά να κατεβάσει τον τόνο της φωνής του κατά την προφορά του ιδίου φωνήεντος. Έτσι, η λέξη «μῆκος» επροφέρετο στην αρχαία ελληνική «μέὲκος». |
Πριν προχωρήσουμε παρακάτω, ας θυμηθούμε λίγο τις συλλαβές:
1. Μια βραχύχρονη συλλαβή παίρνει πάντοτε οξεία, π.χ. τόμος. |
2. Η προπαραλήγουσα παίρνει πάντοτε οξεία, π.χ. ἄτομον, ἂνθρωπος. |
3. Όταν η λήγουσα είναι μακρόχρονη, δεν τονίζεται η προπαραλήγουσα, π.χ. ἀνθρώπου, δικαίου. |
4. Μια μακρόχρονη παραλήγουσα, όταν τονίζεται, παίρνει περισπωμένη, αν η λήγουσα είναι βραχύχρονη, π.χ. μῆλον, οἶκος. |
5. Μια μακρόχρονη παραλήγουσα, όταν τονίζεται, παίρνει οξεία, αν η λήγουσα είναι μακρόχρονη, π.χ. μνήμη, λήθη. |
Όταν πρέπει να τονίσω, σκέφτομαι: Η συλλαβή που πρέπει να τονίσω είναι…
1. Προπαραλήγουσα; Βάζω οξεία.
(Προσοχή: Τονίζω την προπαραλήγουσα μόνο όταν η λήγουσα είναι βραχύχρονη (π.χ. ἂνθρωπος, αλλά βασιλείου).
2. Βραχύχρονη; (ε, ο) : Βάζω οξεία (π.χ. βρέφος).
3. Μακρόχρονη; (η, ω ή δίφθογγος): Κανονικά βάζω περισπωμένη (π.χ. μιλῶ).
ΑΛΛΑ
Αν πρέπει να τονίσω μακρόχρονη παραλήγουσα, βλέπω πάντα τη λήγουσα και σκέφτομαι:
1. Μακρόχρονη παραλήγουσα – βραχύχρονη λήγουσα: περισπωμένη (π.χ. μῆκος).
2. Μακρόχρονη παραλήγουσα – μακρόχρονη λήγουσα: οξεία ( π.χ. θήκη).