Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἡ πρώην οὐ τίκτουσα, στεῖρα εὐφράνθητι,
ἰδοὺ γὰρ συνέλαβες, Ἡλίου λύχνον σαφῶς,
φωτίζειν τὸν μέλλοντα,
πᾶσαν τὴν οἰκουμένην, ἀβλεψίαν νοσοῦσαν,
χόρευε Ζαχαρία, ἐκβοῶν παρῥησίᾳ·
Προφήτης τοῦ Ὑψίστου ἐστίν,
ὁ μέλλων τίκτεσθαι.
Εὐφράνθητι, ἡ πρώην οὐ τίκτουσα, στεῖρα,
ἰδοὺ γὰρ συνέλαβες σαφῶς, λύχνον Ἡλίου,
τὸν μέλλοντα φωτίζειν, πᾶσαν τὴν οἰκουμένην,
νοσοῦσαν ἀβλεψίαν,
χόρευε Ζαχαρία, ἐκβοῶν παρῥησίᾳ·
Ὁ μέλλων τίκτεσθαι,
ἐστίν Προφήτης τοῦ Ὑψίστου.
Γέμισε χαρά, εσύ που προηγουμένως δεν μπορούσες να γεννήσεις και ήσουν στείρα,
γιατί να, συνέλαβες (στα σπλάχνα) σου φανερά, το λυχνάρι του Ηλίου (του Θεού),
που πρόκειται να φωτίσει ολόκληρη την οικουμένη,
η οποία τώρα νοσεί από πνευματική τύφλωση,
χόρευε Ζαχαρία, φωνάζοντας με θάρρος·
Αυτός που πρόκειται να γεννηθεί,
είναι ο Προφήτης του Υψίστου (του Θεού).