Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Εὐσέβειας τοῖς τρόποις καλλωπιζόμενος,
ἀθλητικῆς ἀγλαΐας ὤφθης σοφὲ κοινωνός,
πρὸς ἀγῶνας ἀνδρικοὺς παραταξάμενος·
ὅθεν ὡς λύχνος φωταυγής,
τῶν θαυμάτων τὰς βολάς,
ἐκλάμπεις τῇ οἰκουμένῃ,
Ἀρτέμιε Ἀθλοφόρε,
πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Καλλωπιζόμενος τοῖς τρόποις εὐσέβειας,
ὤφθης σοφὲ κοινωνός ἀθλητικῆς ἀγλαΐας,
παραταξάμενος πρὸς ἀνδρικοὺς ἀγῶνας·
ὅθεν ὡς φωταυγής λύχνος,
ἐκλάμπεις τῇ οἰκουμένῃ,
τὰς βολάς τῶν θαυμάτων,
Ἀρτέμιε Ἀθλοφόρε,
πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Στολισμένος με τους τρόπους της ευσεβείας,
φάνηκες σοφέ, μέτοχος αθλητικού θριάμβου
(δηλαδή με τη χάρη του Θεού θριάμβευσες και δεν λύγισες στα μαρτύρια)
αφού πρώτα παρατάχθηκες και προετοιμάστηκες για τους ανδρικούς αγώνες (που σε περίμεναν)·
Από όπου ως λυχνάρι γεμάτο φως,
ακτινοβολείς στον κόσμο,
τις ακτίνες των θαυμάτων,
Άγιε Αρτέμιε Αθλοφόρε (νικητή),
για τη σωτηρία των ψυχών μας.